Выбрать главу

Για λίγο έμεινε κοιτάζοντάς τη γουρλωμένος. «Εγώ; Τίποτα! Κατέβηκα εδώ για να βρω την... Εγκουέν!»

Γύρισε για να ανοίξει την εσωτερική πόρτα, και η Άες Σεντάι φώναξε, «Όχι! Θα μου απαντήσεις!»

Ξαφνικά ένιωσε ότι μόλις που κατόρθωνε να σταθεί όρθιος, να κρατήσει τη λάμπα και το σπαθί του. Μια παγωνιά τον έσφιγγε απ’ όλες τις μεριές. Ένιωθε το κεφάλι του σαν να το είχε πιάσει μια παγωμένη λαβίδα· η πίεση στο στήθος του ήταν τέτοια που με δυσκολία κατάφερνε να ανασάνει.

«Απάντησε μου, μικρέ. Πες μου το όνομά σου!»

Άθελά του γρύλισε, προσπαθώντας να ανασάνει κόντρα στο ψύχος, που έμοιαζε να πιέζει το πρόσωπό του πάνω στο κρανίο του, πιέζοντας το στήθος του σαν παγωμένα σιδερένια δεσμά. Έσφιξε τα δόντια του για να μην αφήσει τον ήχο να βγει. Με πόνο, γύρισε τα μάτια του για να την αγριοκοιτάξει μέσα από ένα πέπλο δακρίων. Το Φως να σε κάψει, Άες Σεντάι. Δεν θα πω λέξη, που να πάρει η Σκιά!

«Απάντησέ μου, μικρέ. Τώρα!»

Παγωμένες βελόνες τρύπησαν το μυαλό του με αγωνία, χώθηκαν στα κόκαλά του. Το κενό σχηματίστηκε μέσα του, πριν συνειδητοποιήσει καν ότι το είχε σκεφτεί, αλλά δεν μπορούσε να διώξει τον πόνο. Ένιωσε αόριστα φως και ζέστη κάπου μακριά. Τρεμόσβηνε ξεψυχισμένο, αλλά το φως ήταν ζεστό, κι ο ίδιος κρύωνε. Ήταν μακρινό και άπιαστο, αλλά, με κάποιον τρόπο, τόσο κοντά στα χέρια του. Φως μου, τόση παγωνιά. Πρέπει να φτάσω... τι; Με σκοτώνει. Πρέπει να το φτάσω, αλλιώς δα με σκοτώσει. Πλησίασε απεγνωσμένα το φως.

«Τι συμβαίνει εδώ;»

Ξαφνικά η παγωνιά και η πίεση και οι βελόνες χάθηκαν. Τα γόνατά του λύγισαν, αλλά τα ανάγκασε να κρατήσουν. Δεν θα έπεφτε στα γόνατα· δεν θα της έδινε αυτή την ικανοποίηση. Και το κενό, επίσης, είχε χαθεί, όσο ξαφνικά είχε έρθει. Στ’ αλήθεια προσπαθούσε να με σκοτώσει. Σήκωσε το κεφάλι, λαχανιασμένος. Στην είσοδο στεκόταν η Μουαραίν.

«Ρώτησα τι συμβαίνει εδώ, Λίαντριν», είπε.

«Βρήκα εδώ αυτό το αγόρι», απάντησε ήρεμα η Κόκκινη Άες Σεντάι. «Οι φρουροί δολοφονήθηκαν κι αυτός είναι εδώ. Ένας από τους δικούς σου. Επίσης, χι κάνεις εσύ εδώ, Μουαραίν; Η μάχη είναι πάνω, όχι εδώ».

«Θα μπορούσα να ρωτήσω και σένα το ίδιο, Λίαντριν». Η Μουαραίν κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο, σφίγγοντας ελαφρά μόνο το στόμα της όταν είδε το σφαγείο. «Εσύ, τι κάνεις εδώ;»

Ο Ραντ στράφηκε μακριά τους, τράβηξε αδέξια τους σύριες της εσωτερικής πόρτας και την άνοιξε. «Η Εγκουέν ήρθε εδώ», ανακοίνωσε για όποιον ήθελε να ακούσει, και μπήκε μέσα, κρατώντας ψηλά τη λάμπα. Τα γόνατά του ήθελαν να λυγίσουν· δεν ήξερε πώς κατάφερνε και στεκόταν όρθιος, μόνο ότι έπρεπε να βρει την Εγκουέν. «Εγκουέν!»

Ένας κούφιος ρόγχος κι ένας σφαδαγμός ακούστηκαν από κι δεξιά του, και ο Ραντ πλησίασε εκεί τη λάμπα. Ο φυλακισμένος με το καλό παλιό ήταν σωριασμένος πάνω στη σιδερένια γρίλια του κελιού του, με τη ζώνη να κάνει μια κουλούρα γύρω από τα κάγκελο και ύστερα άλλη μια γύρω από το λαιμό του. Καθώς τον κοίταζε ο Ραντ, τινάχτηκε μια τελευταία φορά, ξύνοντας το γεμάτο άχυρα πάτωμα, και έμεινε ασάλευτος, με τη γλώσσα και τα μάτια να φουσκώνουν σε ένα πρόσωπο που είχε γίνει σχεδόν μαύρο. Τα γόνατά του σχεδόν άγγιζαν το πάτωμα· θα μπορούσε να είχε σηκωθεί όποτε ήθελε.

Ο Ραντ, τρέμοντας, κοίταξε το διπλανό κελί. Ο μεγαλόσωμος άνδρας με τις βουλιαγμένες αρθρώσεις ήταν ζαρωμένος στο βάθος του κελιού του, με μάτια ανοιγμένα διάπλατα όσο πήγαιναν. Βλέποντας τον Ραντ, τσίριξε και στριφογύρισε, ξύνοντας λυσσασμένα τον πέτρινο τοίχο.

«Δεν θα σε πειράξω», φώναξε ο Ραντ. Ο άνδρας συνέχισε να ουρλιάζει και να σκάβει. Τα χέρια του ήταν ματωμένα, και με κινήσεις πάνω-κάτω περνούσαν διαρκώς από τις ίδιες σκούρες, πηχτές κηλίδες. Δεν ήταν η πρώτη του προσπάθεια να σκάψει την πείρα με τα γυμνά του χέρια.

Ο Ραντ γύρισε από την άλλη, νιώθοντας ανακούφιση που το στομάχι του ήταν ήδη άδειο. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτούς. «Εγκουέν!»

Το φως της λάμπας τελικά έφτασε ως το τέλος των κελιών. Η πόρτα του κελιού του Φάιν ήταν ανοιχτή, και το κελί ήταν άδειο, αλλά οι δύο μορφές στην πέτρα μπροστά στο κελί έκαναν τον Ραντ να πηδήξει μπροστά και να γονατίσει ανάμεσά τους.

Η Εγκουέν και ο Ματ κείτονταν με τα μέλη απλωμένα χαλαρά, αναίσθητοι... ή νεκροί. Τον πλημμύρισε ανακούφιση όταν είδε τα στήθη τους να υψώνονται και να χαμηλώνουν. Δεν φαίνονταν να έχουν ούτε σημάδι πάνω τους.

«Εγκουέν; Ματ;» Ακούμπησε κάτω το σπαθί και κούνησε απαλά την Εγκουέν. «Εγκουέν;» Εκείνη δεν άνοιξε τα μάτια. «Μουαραίν! Η Εγκουέν είναι πληγωμένη! Και ο Ματ!» Ο Ματ ακουγόταν ν’ ανασαίνει με κόπο και το πρόσωπό του ήταν νεκρικά χλωμό. Του Ραντ του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Εμένα έπρεπε να βλάψει. Εγώ ονομάτισα τον Σκοτεινό. Εγώ!