«Μην τους κουνήσεις». Η Μουαραίν δεν φαινόταν ταραγμένη, ούτε καν έκπληκτη.
Ο θάλαμος ξαφνικά πλημμύρισε φως με την είσοδο των δύο Άες Σεντάι. Κάθε μια κρατούσε μια λαμπρή σφαίρα από ψυχρό φως, που έπλεε στον αέρα λίγο πάνω από την παλάμη της.
Η Λίαντριν προχώρησε με σταθερά βήματα στη μέση του φαρδιού διαδρόμου, κρατώντας μ’ ένα χέρι το φουστάνι ψηλά για να μην αγγίζει τα άχυρα, αλλά η Μουαραίν στάθηκε για να κοιτάξει τους άλλους δύο φυλακισμένους πριν συνεχίσει. «Για τον έναν δεν γίνεται τίποτα», είπε, «και ο άλλος μπορεί να περιμένει».
Η Λίαντριν έφτασε πρώτη τον Ραντ και μισόσκυψε πάνω από την Εγκουέν, αλλά η Μουαραίν όρμηξε μπροστά της και ακούμπησε το ελεύθερο χέρι της στο κεφάλι της Εγκουέν. Η Λίαντριν σηκώθηκε κάνοντας μια γκριμάτσα.
«Δεν είναι βαριά πληγωμένη», είπε η Μουαραίν μετά από μια στιγμή. «Χτυπήθηκε εδώ». Έδειξε μια περιοχή στο πλάι του κεφαλισα της Εγκουέν, που της σκέπαζαν τα μαλλιά της· ο Ραντ δεν έβλεπε τίποτα διαφορετικό εκεί. «Είναι το μόνο τραύμα της. Θα συνέλθει».
Ο Ραντ κοίταξε πρώτα τη μια Άες Σεντάι και μετά την άλλη. «Και ο Ματ;» Η Λίαντριν του έριξε μια ματιά υψώνοντας ένα φρύδι και γύρισε για να δει τη Μουαραίν με ειρωνικό ύφος.
«Κάνε ησυχία», είπε η Μουαραίν. Με τα δάχτυλά της ακόμα στην περιοχή που είχε πει ότι ήταν το τραύμα της Εγκουέν, έκλεισε τα μάτια. Η Εγκουέν μουρμούρισε και σάλεψε, έπειτα έμεινε ακίνητη.
«Είναι...;»
«Κοιμάται, Ραντ. Θα γίνει καλά, αλλά πρέπει να κοιμηθεί». Η Μουαραίν στράφηκε προς τον Ματ, αλλά μόνο τον άγγιζε για μια στιγμή και αποτραβήχτηκε. «Αυτό είναι πιο σοβαρό», είπε με απαλή φωνή. Του άνοιξε το παλτό, έψαξε στη μέση του και έκανε έναν θυμωμένο ήχο. «Λείπει το εγχειρίδιο».
«Ποιο εγχειρίδιο;» ρώτησε η Λίαντριν,
Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το εξωτερικό δωμάτιο, άνδρες που αναφωνούσαν με αηδία και θυμό.
«Εδώ πέρα», φώναξε η Μουαραίν. «Φέρτε δύο φορεία. Γρήγορα». Κάποιος απ’ έξω φώναξε για τα φορεία.
«Ο Φάιν το έσκασε», είπε ο Ραντ.
Οι δύο Άες Σεντάι τον κοίταξαν. Λεν μπορούσε να καταλάβει την έκφρασή τους. Τα μάτια τους λαμπύριζαν στο φως.
«Το βλέπω», είπε η Μουαραίν με άτονη φωνή.
«Της είπα να μην έρθει. Της είπα ότι ήταν επικίνδυνος».
«Όταν ήρθα», είπε η Λίαντριν με παγερή φωνή, «κατέστρεφε κάτι που ήταν γραμμένο στον εξωτερικό θάλαμο».
Ο Ραντ κούνησε τα πόδια αμήχανα. Τώρα τα μάτια των Άες Σεντάι έμοιαζαν. Τον μετρούσαν και τον ζύγιζαν, ψυχρά και τρομερά.
«Ήταν — ήταν βρωμιές», είπε. «Μόνο βρωμιές». Τον κοίταζαν ακόμα, χωρίς να μιλούν. «Λεν πιστεύετε ότι εγώ θα... Μουαραίν, δεν μπορεί να πιστεύεις ότι εγώ θα είχα καμιά σχέση με — με ό,τι έγινε εκεί έξω». Φως μου, μήπως είχα; Ονομάτισα τον Σκοτεινό.
Εκείνη δεν του απάντησε, και ο Ραντ ένιωσε μια κρυάδα, την οποία δεν την απάλυναν οι άνδρες που μπήκαν μέσα με δαυλούς και λάμπες. Η Μουαραίν και η Λίαντριν άφησαν τις λαμπερές μπάλες να σβήσουν. Οι λάμπες και οι δαυλοί δεν έδιναν τόσο φως· σκιές φύτρωσαν στα βάθη των κελιών. Άνδρες με φορεία έτρεξαν στις μορφές που ήταν ξαπλωμένες στο πάτωμα. Τους οδηγούσε ο Ίνγκταρ. Ο κότσος του σχεδόν έτρεμε από θυμό και το πρόσωπό του έδειχνε ότι ήθελε να βρει κάτι για να τραβήξει το σπαθί του.
«Κι ο Σκοτεινόφιλος χάθηκε, λοιπόν», μούγκρισε. «Ε, είναι το μικρότερο κακό απ’ όσα έγιναν απόψε».
«Το μικρότερο, ακόμα κι εδώ», είπε κοφτά η Μουαραίν. Έδωσε οδηγίες στους άνδρες που έβαζαν την Εγκουέν και τον Ματ στα φορεία. «Θα πάτε την κοπέλα στο δωμάτιό της. Χρειάζεται μια γυναίκα για να την προσέχει, σε περίπτωση που ξυπνήσει τη νύχτα. Μπορεί να είναι τρομαγμένη, τώρα όμως πάνω απ’ όλα χρειάζεται ύπνο. Το αγόρι...» Άγγιξε τον Ματ, καθώς δύο άνδρες σήκωναν το φορείο του, και τράβηξε γοργά το χέρι της. «Πηγαίνετε τον στους θαλάμους της Έδρας της Άμερλιν. Βρείτε την Άμερλιν, όπου κι αν είναι, και πείτε της ότι το αγόρι είναι εκεί. Πείτε της ότι το όνομά του είναι Μάτριμ Κώθον. Θα πάω εκεί μόλις μπορέσω».
«Στην Άμερλιν!» Αναφώνησε η Λίαντριν. «Θέλεις να κάνεις την Άμερλιν Θεραπεύτρια για το — για το ζωάκι σου; Είσαι τρελή, Μουαραίν».
«Η Έδρα της Άμερλιν», είπε ήρεμα η Μουαραίν, «δεν συμμερίζεται τις προκαταλήψεις του Κόκκινου Άτζα σου, Λίαντριν. Θα Θεραπεύσει έναν άνδρα χωρίς να έχει ιδιαίτερο σκοπό γι’ αυτόν. Πηγαίνετε», είπε στους τραυματιοφορείς.
Η Λίαντριν τους παρακολούθησε να φεύγουν, τη Μουαραίν και τους άνδρες που μετέφεραν τον Ματ και την Εγκουέν, και μετά γύρισε για να κοιτάξει τον Ραντ. Αυτός προσπάθησε να την αγνοήσει. Με επιμέλεια, θηκάρωσε το σπαθί του και τίναζε τα άχυρα που είχαν κολλήσει στο πουκάμισο και το παντελόνι του. Όταν όμως σήκωσε πάλι το κεφάλι, η Άες Σεντάι τον μελετούσε ακόμα, με πρόσωπο ανέκφραστο σαν πάγος. Χωρίς να ανοίξει το στόμα της, γύρισε και περιεργάστηκε σκεφτικά τους άλλους άνδρες. Ένας ανασήκωνε το σώμα του κρεμασμένου, ενώ ο άλλος πάσχιζε να λύσει τη ζώνη. Ο Ίνγκταρ και οι υπόλοιποι περίμεναν με έκφραση σεβασμού. Έριξε μια τελευταία ματιά στον Ραντ και έφυγε, με το κεφάλι ψηλά σαν βασίλισσα.