Выбрать главу

«Σκληρή γυναίκα», μουρμούρισε ο Ίνγκταρ, και φάνηκε να ξαφνιάζεται που είχε μιλήσει. «Τι έγινε εδώ, Ραντ αλ’Θορ;»

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω τίποτα, μόνο ότι ο Φάιν κατάφερε με κάποιον τρόπο να δραπετεύσει. Και φεύγοντας τραυμάτισε την Εγκουέν και τον Ματ. Είδα την αίθουσα των φρουρών» —ένιωσε ανατριχίλα— «αλλά εδώ μέσα... Ό,τι κι αν ήταν, Ίνγκταρ, τρόμαξε αυτόν τον άνθρωπο τόσο πολύ, που κρεμάστηκε μόνος του. Νομίζω ότι ο άλλος τρελάθηκε, όταν το είδε».

«Όλοι τρελαθήκαμε απόψε».

«Ο Ξέθωρος... τον σκότωσες;»

«Όχι!» Ο Ίνγκταρ βρόντηξε το σπαθί στη θήκη του· η λαβή πρόβαλλε πάνω από τον δεξί του ώμο. Φαινόταν την ίδια στιγμή ντροπιασμένος και θυμωμένος. «Τώρα πια έχει φύγει από το οχυρό, μαζί με ό,τι άλλο δεν μπορέσαμε να σκοτώσουμε».

«Τουλάχιστον είσαι ζωντανός, Ίνγκταρ. Αυτός ο Ξέθωρος σκότωσε επτά άνδρες!»

«Ζωντανός; Είναι τόσο σημαντικό;» Ο Ίνγκταρ άλλαξε απότομα έκφραση και αντί για Θυμό φάνηκε κουρασμένος και γεμάτος πόνο. «Το είχαμε στα χέρια μας. Στα χέρια μας! Και το χάσαμε, Ραντ. Το χάσαμε!» Έμοιαζε να μην πιστεύει αυτά που έλεγε.

«Τι χάθηκε;» ρώτησε ο Ραντ.

«Το Κέρας! Το Κέρας του Βαλίρ. Εξαφανίστηκε, μαζί με το κιβώτιο και τα λοιπά».

«Μα ήταν στο θησαυροφυλάκιο».

«Λεηλάτησαν το θησαυροφυλάκιο», είπε ο Ίνγκταρ κουρασμένη, «Λεν πήραν πολλά, με εξαίρεση το Κέρας. Ό,τι μπόρεσαν να χώσουν στις τσέπες τους. Μακάρι να είχαν πάρει τα πάντα και να το άφηναν αυτό. Σκότωσαν τον Ρόναν και τους σκοπούς που φύλαγαν το θησαυροφυλάκιο». Η φωνή του κάλμαρε. «Όταν ήμουν μικρό παιδί, ο Ρόναν είχε κρατήσει τον Πύργο Τζεχάαν με είκοσι άνδρες ενάντια σε χίλιους Τρόλοκ. Δεν έπεσε έτσι εύκολα όμως. Ο γέρος είχε αίμα στο μαχαίρι του. Τι άλλο να ζητήσεις». Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. «Πέρασαν από την Πύλη των Σκυλιών, και βγήκαν πάλι από κει. Φάγαμε πενήντα ή παραπάνω, μα ξέφυγαν πολλοί. Τρόλοκ! Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε Τρόλοκ μέσα στο οχυρό. Ποτέ!»

«Πώς μπορεί να μπήκαν από την Πύλη των Σκυλιών, Ίνγκταρ; Εκεί ένας άνδρας μόνος μπορεί να σταματήσει εκατό. Και όλες οι πύλες ήταν αμπαρωμένες». Κούνησε τα πόδια ανήσυχα, καθώς θυμόταν το λόγο. «Οι σκοποί δεν θα άνοιγαν για να μπει κανένας».

«Τους είχαν κόψει το λαιμό», είπε ο Ίνγκταρ. «Καλοί άνθρωποι και οι δυο, όμως τους έσφαξαν σαν πρόβατα. Έγινε από μέσα. Κάποιος τους σκότωσε, ύστερα άνοιξε την πύλη. Κάποιος που μπορούσε να τους πλησιάσει χωρίς να τον υποψιαστούν. Κάποιος που τον ήξεραν».

Ο Ραντ κοίταξε το άδειο κελί του Πάνταν Φάιν. «Μα αυτό σημαίνει...»

«Ναι. Υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι μέσα στο Φαλ Ντάρα. Ή υπήρχαν. Σύντομα θα μάθουμε, αν είναι έτσι. Ο Κάτζιν ψάχνει να δει αν κάποιος λείπει. Μα την Ειρήνη! Προδοσία στο οχυρό Φαλ Ντάρα!» Κοίταξε βλοσυρά τριγύρω στο μπουντρούμι, τους άνδρες που τον περίμεναν. Όλοι είχαν σπαθιά, φορεμένα πάνω από γιορτινά ρούχα, μερικοί και κράνη. «Άδικα στεκόμαστε εδώ. Έξω! Όλοι!» Ο Ραντ βγήκε μαζί τους. Ο Ίνγκταρ χτύπησε με το δάχτυλο το δερμάτινο γιλέκο του Ραντ. «Τι ’ναι αυτό; Αποφάσισες να γίνεις σταβλίτης;»

«Είναι μεγάλη ιστορία», είπε ο Ραντ. «Δεν μπορώ να στην πω εδώ. Ίσως άλλη φορά». Ίσως ποτέ, αν είμαι τυχερός. Ίσως μέσα στην αναμπουμπούλα καταφέρω να το σκάσω. Όχι, δεν μπορώ. Πρώτα να δω αν η Εγκουέν είναι καλά. Και ο Ματ. Φως μου, τι θα πάθει χωρίς το εγχειρίδιο; «Φαντάζομαι ότι ο Άρχοντας Άγκελμαρ διπλασίασε τους σκοπούς στις πύλες».

«Τους τριπλασίασε», είπε ο Ίνγκταρ με ικανοποιημένο ύφος. «Κανένας δεν θα περάσει απ’ αυτές τις πύλες, είτε για να μπει είτε για να βγει. Μόλις ο Άρχοντας Άγκελμαρ άκουσε τι είχε γίνει, διέταξε να μην επιτραπεί η έξοδος κανενός από το οχυρό χωρίς την προσωπική του άδεια».

Μόλις άκουσε...; «Ίνγκταρ, τι είχε γίνει πριν; Τι έγινε η προηγούμενη διαταγή να μείνουν όλοι μέσα;»

«Προηγούμενη διαταγή; Ποια προηγούμενη διαταγή; Ραντ, το οχυρό έκλεισε μόνο όταν ο Άρχοντας Άγκελμαρ έμαθε τα νέα. Κάποιος σου τα είπε λάθος».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι αργά. Ούτε ο Ράγκαν ούτε ο Τέμα θα το έβγαζαν από το μυαλό τους. Και ακόμα και αν είχε δώσει τη διαταγή η Έδρα της Άμερλιν, ο Ίνγκταρ θα το ήξερε. Ποιος λοιπόν; Και πώς; Κοίταξε με την άκρη του ματιού τον Ίνγκταρ, κι αναρωτήθηκε αν ο Σιναρανός έλεγε ψέματα. Στ’ αλήθεια τρελάθηκες, αν υποψιάζεσαι τον Ίνγκταρ.