Выбрать главу

Τώρα περνούσαν από το δωμάτιο των φυλάκων του μπουντρουμιού. Κάποιοι είχαν πάρει τα κομμένα κεφάλια και τα μέλη των φρουρών και υπήρχαν ακόμα κόκκινες κηλίδες στο τραπέζι και υγρά σημεία στα άχυρα που έδειχναν τις θέσεις τους. Εκεί υπήρχαν δύο Άες Σεντάι, γυναίκες με πράο παρουσιαστικό και καφέ κρόσσια στο σάλι, οι οποίες μελετούσαν τις λέξεις που ήταν βιαστικά γραμμένες στους τοίχους, χωρίς να νοιάζονται για τα φουστάνια τους που σκούπιζαν το πάτωμα. Και οι δύο είχαν από ένα μελανοδοχείο σε θήκη με σύνεργα γραφής που κρεμόταν από τη μέση τους και κρατούσαν σημειώσεις με πένα σε σημειωματάρια. Ούτε που κοίταξαν το στρατό που πέρασε από δίπλα τους.

«Κοίτα εδώ, Βέριν», είπε η μια τους, δείχνοντας ένα σημείο της πέτρας που ήταν γεμάτο γραμμές στη γραφή των Τρόλοκ. «Αυτό φαίνεται ενδιαφέρον».

Η άλλη πλησίασε βιαστικά, γεμίζοντας το φόρεμά της κόκκινους λεκέδες. «Ναι, καταλαβαίνω. Πολύ καλύτερος γραφικός χαρακτήρας από τα άλλα. Δεν είναι Τρόλοκ. Πολύ ενδιαφέρον». Άρχισε να γράφει στο σημειωματάριο της, σηκώνοντας κάδε τόσο το κεφάλι για να διαβάσει τα γωνιώδη γράμματα στον τοίχο.

Ο Ραντ απομακρύνθηκε βιαστικά. Ακόμα κι αν οι γυναίκες δεν ήταν Άες Σεντάι, δεν θα ήθελε να είναι στο ίδιο δωμάτιο με κάποιον που έβρισκε ότι το να διαβάζει Τρολοκική γραφή γραμμένη σε τοίχους με ανθρώπινο αίμα ήταν «ενδιαφέρον».

Ο Ίνγκταρ και οι άνδρες του προχωρούσαν μπροστά, πηγαίνοντας στις δουλειές τους. Ο Ραντ βράδυνε το βήμα κι αναρωτήθηκε πού μπορούσε να πάει τώρα. Δεν θα ήταν εύκολο να ξαναμπεί στα διαμερίσματα των γυναικών χωρίς τη βοήθεια της Εγκουέν. Φως μου, μακάρι να γίνει καλά. Η Μουαραίν είπε ότι θα γίνει καλά.

Ο Λαν τον βρήκε πριν φτάσει στην πρώτη σκάλα που έβγαζε από τα μπουντρούμια. «Αν θες, βοσκέ, μπορείς να ξαναγυρίσεις στο δωμάτιο σου. Η Μουαραίν έβαλε να πάρουν τα πράγματά σου από το δωμάτιο της Εγκουέν και να τα πάνε στο δικό σου».

«Πού ήξερε...;»

«Η Μουαραίν ξέρει πολλά πράγματα, βοσκέ. Ακόμα δεν το κατάλαβες; Πρόσεχε τι κάνεις. Όλες οι γυναίκες μιλάνε για σένα, έτσι που έτρεχες στους διαδρόμους κραδαίνοντας το σπαθί σου. Κοίταξες αυθάδικα την Άμερλιν, έτσι λένε».

«Φως μου! Λυπάμαι που θύμωσαν, Λαν, αλλά ήμουν προσκαλεσμένος εκεί. Και όταν άκουσα το συναγερμό... που να καώ, η Εγκουέν ήταν εδώ κάτω!»

Ο Λαν σούφρωσε τα χείλη σκεφτικά· ήταν η μόνη έκφραση στο πρόσωπό του. «Α, δεν είναι Θυμωμένες, όχι ακριβώς. Αν και οι πιο πολλές νομίζουν ότι σου χρειάζεται ένα δυνατό χέρι για να σε βάλει σε μια τάξη. Συνεπαρμένες, αυτό είναι πιο σωστό. Ακόμα και η Αρχόντισσα Αμαλίζα όλο ρωτά και ξαναρωτά για σένα. Μερικές από τις γυναίκες άρχισαν να πιστεύουν αυτά που λένε οι υπηρέτες. Νομίζουν ότι είσαι μεταμφιεσμένος πρίγκιπας, βοσκέ. Καβάλου άσχημο αυτό. Υπάρχει μια παλιά παροιμία εδώ στις Μεθόριες: ‘Καλύτερα να έχεις μια γυναίκα στο πλευρό σου παρά δέκα άνδρες’ Έτσι που μιλάνε μεταξύ τους, μάλλον προσπαθούν να αποφασίσουν ποιανής η κόρη είναι αρκετά δυνατή για να σε φέρει βόλτα. Αν δεν φυλάγεσαι, βοσκέ, θα βρεθείς παντρεμένος και μέλος Σιναρανού Οίκου πριν καταλάβεις τι έπαθες». Ξαφνικά έβαλε τα γέλια· φαινόταν παράξενο, ήταν σαν βράχος που γελά. «Τρέχεις στους διαδρόμους του γυναικωνίτη νυχτιάτικα, φορώντας γιλέκο εργάτη και ανεμίζοντας σπαθί. Και να μη σε μαστιγώσουν, χρόνια ολόκληρα θα λένε για σένα. Ποτέ δεν είδαν άνδρα αλλόκοτο σαν και σένα. Όποια και να ’ναι η γυναίκα που θα σου διαλέξουν, μάλλον θα σε κάνει αρχηγό δικού σου Οίκου μέσα σε δέκα χρόνια, και μάλιστα θα σε πείσει ότι το κατάφερες μόνος σου. Πολύ κρίμα που πρέπει να φύγεις».

Ο Ραντ κοίταζε τον Πρόμαχο χάσκοντας, αλλά τώρα μούγκρισε, «Προσπάθησα. Οι πύλες φρουρούνται και κανένας δεν μπορεί να φύγει. Προσπάθησα όσο ήταν ακόμα μέρα. Δεν μπορούσα ούτε τον Κοκκινοτρίχη να πάρω από το στάβλο».

«Δεν έχει σημασία τώρα. Η Μουαραίν με έστειλε να σου το πω. Μπορείς να φύγεις όποτε θες. Ακόμα και αυτή τη στιγμή. Η Μουαραίν έβαλε τον Άγκελμαρ να σε εξαιρέσει από τη διαταγή».

«Γιατί τώρα και όχι νωρίτερα; Γιατί δεν μπορούσα να φύγω πριν; Λυτή ήταν που είχε βάλει να αμπαρώσουν τις πύλες; Ο Ίνγκταρ είπε ότι δεν ήξερε να υπάρχει διαταγή που να απαγορεύει την έξοδο πριν από απόψε».

Του φάνηκε πως ο Πρόμαχος φάνηκε ανήσυχος, αλλά εκείνος μετά είπε μονάχα, «Όταν σου χαρίζουν άλογο, βοσκέ, μην παραπονιέσαι αν δεν είναι όσο γρήγορο θέλεις».

«Τι θα γίνει με την Εγκουέν; Και τον Ματ; Είναι πράγματι καλά; Δεν φεύγω χωρίς να ξέρω ότι είναι καλά».

«Η κοπέλα είναι μια χαρά. Θα ξυπνήσει το πρωί, και μάλλον ούτε που θα θυμάται τι έγινε. Έτσι γίνεται, όταν σε χτυπούν στο κεφάλι».