Выбрать главу

«Με συγχωρείς, Μητέρα. Αυτό δεν έπρεπε να το πω».

«Βέριν, Βέριν». Η Άμερλιν κούνησε το κεφάλι μ’ απορία.

«Κατηγορείς την αδελφή σου —κι εμένα;— για... Δεν θα το πω καν. Και ανησυχείς μήπως απευθύνθηκες με υπερβολική οικειότητα στην Έδρα της Άμερλιν; Ανοίγεις τρύπα στον πάτο της βάρκας και ανησυχείς που βρέχει. Σκέψου τι υπαινίσσεσαι, Κόρη μου».

Είναι πολύ αργά γι’ αυτό, Σιουάν, σκέφτηκε η Μουαραίν. Αν δεν είχαμε απλώσει στην Πηγή πάνω στον πανικό μας, ίσως τότε... Μα τώρα είναι σίγουρη. «Γιατί μας το λες, Βέριν;» τη ρώτησε. «Αν πιστεύεις αυτά που λες, θα έπρεπε να το πεις στις άλλες αδελφές, στις Κόκκινες πιο συγκεκριμένα».

Τα μάτια της Βέριν άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη. «Ναι. Ναι, φαντάζομαι ότι αυτό έπρεπε να κάνω. Δεν το σκέφτηκα. Αλλά βέβαια, αν τους το έλεγα, θα σε σιγάνευαν, Μουαραίν, κι εσένα, Μητέρα, και θα ειρήνευαν τον νεαρό. Ποτέ δεν καταγράφτηκε αυτή η πορεία σ’ έναν άνδρα που χειρίζεται τη Μία Δύναμη. Πότε ακριβώς έρχεται η τρέλα και πώς τον καταλαμβάνει; Πόσο γρήγορα εξαπλώνεται Μπορεί ο άνδρας να λειτουργήσει με το σώμα του να σαπίζει ολόγυρά του; Για πόσο διάστημα; Αν δεν ειρηνευτεί, αυτό που θα συμβεί σ’ αυτόν τον άνδρα, όποιος κι αν είναι, θα συμβεί, είτε είμαι εκεί για να σημειώσω τις απαντήσεις, είτε όχι. Αν παρακολουθείται και καθοδηγείται, μάλλον θα μπορέσουμε να κρατήσουμε κάποιο ιστορικό με σχετική ασφάλεια, για ένα διάστημα τουλάχιστον. Και υπάρχει επίσης Ο Κύκλος της Κάρεδον». Αντιγύρισε γαλήνια τα έκπληκτα βλέμματά τους. «Υποθέτω, Μητέρα, πως είναι πράγματι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, ε; Δεν πιστεύω πως θα έκανες κάτι τέτοιο —πως θα άφηνες να τριγυρνά ελεύθερος ένας άνδρας που μπορεί να διαβιβάσει— εκτός αν ήταν ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας».

Σκέφτεται μόνο τη γνώση, θαύμασε η Μουαραίν. Το αποκορύφωμα της πιο δεινής προφητείας που ξέρει ο κόσμος, ίσως και το τέλος του κόσμου, κι αυτή νοιάζεται μόνο για τη γνώση. Αλλά κι έτσι είναι επικίνδυνη.

«Ποια άλλη το ξέρει αυτό;» Η φωνή της Άμερλιν ήταν χαμηλή, μα ακόμα σκληρή. «Η Σεραφέλ, φαντάζομαι. Ποια άλλη, Βέριν;»

«Καμία, Μητέρα. Η Σεραφέλ δεν νοιάζεται για κάτι που δεν έχει ήδη γραφτεί σε βιβλίο, κατά προτίμηση όσο το δυνατόν παλαιότερο. Νομίζει πως υπάρχουν αρκετά παλιά βιβλία και χειρόγραφα, και αποσπάσματα σκορπισμένα ολόγυρα, χαμένα ή ξεχασμένα, τα οποία είναι δεκαπλάσια απ’ όσα έχουμε συλλέξει στην Ταρ Βάλον. Αίσθησή της είναι πως υπάρχουν ακόμα αρκετές από τις παλιές γνώσεις εκεί και μπορούν να βρεθούν για—»

«Αρκετά, Αδελφή», είπε η Μουαραίν. Άφησε την Αληθινή Πηγή και μετά από μια στιγμή ένιωσε την Άμερλιν να κάνει το ίδιο. Πάντα ήταν σαν να χάνεις κάτι, όταν ένιωθες την Δύναμη να στερεύει, σαν αίμα και ζωή που κυλούσαν από μια ανοιχτή πληγή. Ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να κρατηθεί, αλλά, αντίθετα από μερικές αδελφές της, γι’ αυτήν ήταν ζήτημα αυτοπειθαρχίας να μην πολυσυνηθίζει την αίσθηση. «Κάθισε κάτω, Βέριν, και πες μας τι ξέρεις και πώς το ανακάλυψες. Μην παραλείψεις τίποτα».

Καθώς η Βέριν έπιανε μια καρέκλα —με μια ματιά στην Άμερλιν για να ζητήσει άδεια να καθίσει μπροστά της— η Μουαραίν την παρακολουθούσε με θλίψη.

«Είναι απίθανο», άρχισε να λέει η Βέριν, «ότι κάποια που δεν έχει μελετήσει εξονυχιστικά τα παλιά αρχεία θα πρόσεχε οτιδήποτε πέραν του ότι φερόσασταν αλλόκοτα. Συγχώρεσέ με, Μητέρα. Σχεδόν πριν από είκοσι χρόνια, τότε που πολιορκούσαν την Ταρ Βάλον, βρήκα το πρώτο στοιχείο, και αυτό μόνο επειδή...»

Το Φως να με βοηθήσει, Βέριν, πόσο σ’ αγαπούσα για κείνα τα μπισκοτάκια και για τον κόρφο σου, όταν ήθελα να κλάψω. Αλλά θα πάνω αυτό που πρέπει να κάνω. Πρέπει να το κάνω. Θα το κάνω.

Γύρω από τη γωνία, ο Πέριν κρυφοκοίταξε την πλάτη της Άες Σεντάι που απομακρυνόταν. Μύριζε σαπούνι λεβάντας, αν και οι πιο πολλοί δεν θα το οσφραίνονταν ούτε κι από κοντά. Μόλις αυτή χάθηκε στην άλλη γωνία, ο Πέριν έτρεξε στην πόρτα του αναρρωτηρίου. Είχε ήδη προσπαθήσει να δει τον Ματ μια φορά, κι αυτή η Άες Σεντάι —είχε ακούσει κάποιον να την λέει Ληάνε— του είχε βάλει τις φωνές, χωρίς να δει καν ποιος ήταν. Ένιωθε άβολα κοντά στις Άες Σεντάι, ειδικά όταν κοίταζαν τα μάτια του.

Κοντοστάθηκε στην πόρτα για να αφουγκραστεί —δεν άκουγε βήματα από κανένα σημείο του διαδρόμου, ούτε τίποτα από την άλλη μεριά της πόρτας— και μετά μπήκε μέσα και την έκλεισε απαλά πίσω του.