«Και πώς να μάθω;» απαίτησε. Η Μουαραίν και η Βέριν κάθονταν εκεί, ατάραχες, παρακολουθώντας τον. Σαν αράχνες. «Πώς; Η Μουαραίν ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να με διδάξει τίποτα, και δεν ξέρω πώς να μάθω, τι να μάθω. Κι ούτε που θέλω. Θέλω να σταματήσει. Δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Να σταματήσει!»
«Σου είπα την αλήθεια, Ραντ», είπε η Μουαραίν. Μιλούσε με τόνο σαν να έκαναν μια ευχάριστη συζήτηση. «Αυτοί που θα μπορούσαν να σε διδάξουν, οι άνδρες Άες Σεντάι, πέθαναν πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια. Καμιά ζωντανή Άες Σεντάι δεν μπορεί να σε διδάξει να αγγίζεις το σαϊντίν, όπως κι εσύ δεν θα μπορούσες να μάθεις να αγγίζεις το σαϊντάρ. Το πουλί δεν μπορεί να μάθει στο ψάρι να πετά, ούτε και το ψάρι να μάθει στο πουλί να κολυμπά».
«Πάντα πίστευα ότι αυτό το ρητό είναι άστοχο», είπε ξαφνικά η Βέριν. «Υπάρχουν πουλιά που καταδύονται και κολυμπούν. Και στη Θάλασσα των Καταιγίδων υπάρχουν ψάρια που πετούν, με μακριά πτερύγια, τα οποία φτάνουν ως εκεί που μπορείς να απλώσεις τα χέρια σου, με ράμφη σαν σπαθιά που τρυπούν...» Τα λόγια της ξεψύχησαν και το πρόσωπό της πήρε μια σαστισμένη έκφραση. Η Μουαραίν και η Έδρα της Άμερλιν την κοίταζαν ανέκφραστες.
Ο Ραντ σ’ αυτή τη διακοπή προσπάθησε να αυτοσυγκεντρωθεί. Όπως του είχε διδάξει ο Ταμ πριν πολύ καιρό, σχημάτισε μια φλόγα στο νου του και έριξε εκεί τους φόβους του, αναζητώντας την αδειανωσύνη, τη γαλήνη του κενού. Η φλόγα φάνηκε να μεγαλώνει, ώσπου σκέπασε τα πάντα, ώσπου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν την χωρούσε και δεν μπορούσε να τη φανταστεί άλλο πια. Τότε χάθηκε, αφήνοντας στη δέση της μια αίσθηση ειρήνης. Στις άκρες της τρεμόπαιζαν ακόμα συναισθήματα, φόβος και Θυμός σαν μαύρες κηλίδες, μα το κενό άντεξε. Η σκέψη αναπηδούσε στην επιφάνειά του σαν βότσαλα στον πάγο. Η προσοχή των Άες Σεντάι είχε απομακρυνθεί απ’ τον Ραντ μόνο για μια στιγμή, αλλά, όταν ξαναστράφηκαν προς το μέρος του, το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο.
«Γιατί μου μιλάς έτσι, Μητέρα;» ρώτησε. «Θα έπρεπε να με ειρηνέψεις».
Η Έδρα της Άμερλιν έσμιξε τα φρύδια και γύρισε στη Μουαραίν. «Ο Λαν του το έμαθε αυτό;»
«Όχι, Μητέρα. Το είχε ακούσει από τον Ταμ αλ’Θορ».
«Γιατί;» είπε πάλι απαιτητικά.
Η Έδρα της Άμερλιν τον κοίταξε κατάματα και είπε, «Επειδή είσαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας».
Το κενό τραντάχτηκε. Ο κόσμος τραντάχτηκε. Όλα φάνηκαν να στριφογυρίζουν γύρω του. Συγκεντρώθηκε στο τίποτα, και η αδειανωσύνη ξανάρθε, ο κόσμος καταλάγιασε. «Όχι, Μητέρα. Μπορώ να διαβιβάσω, που να με βοηθήσει το Φως, αλλά δεν είμαι ο Ραολίν Ντάρκσμπεην, ούτε ο Γκουαίρ Αμαλάσαν, ούτε ο Γιούριαν Στόουνμποου. Μπορείς να με ειρηνέψεις, ή να με σκοτώσεις, ή να με αφήσεις να φύγω, αλλά δεν θα γίνω ένας δαμασμένος ψεύτικος Δράκοντας στο λουρί της Ταρ Βάλον»,
Άκουσε την Βέριν να αφήνει μια κοφτή κραυγούλα, και τα μάτια της Άμερλιν άνοιξαν διάπλατα, μ’ ένα βλέμμα σκληρό, σαν γαλάζια πέτρα. Τίποτα δεν τον επηρέασε· όλα γλίστρησαν κι έπεσαν από το κενό εντός.
«Πού άκουσες αυτά τα ονόματα;» απαίτησε να μάθει η Άμερλιν. «Ποιος σου είπε ότι η Ταρ Βάλον έχει του χεριού της οποιονδήποτε ψεύτικο Δράκοντα;»
«Ένας φίλος, Μητέρα», είπε αυτός. «Ένας βάρδος. Το όνομά του ήταν Θομ Μέριλιν. Τώρα είναι νεκρός». Η Μουαραίν άφησε έναν ήχο κι ο Ραντ την κοίταξε. Ισχυριζόταν ότι ο Θομ δεν ήταν νεκρός, αλλά δεν του είχε παρουσιάσει ποτέ καμιά απόδειξη, και ο Ραντ δεν καταλάβαινε πώς γινόταν να επιζήσει κανείς, αν πιανόταν στα χέρια μ’ έναν Ξέθωρο, Η σκέψη ήταν ένας παρείσακτος και ξεθώριασε. Τώρα υπήρχε μόνο το κενό και η ενότητα.
«Δεν είσαι ένας ψεύτικος Δράκοντας», είπε σταθερά η Άμερλιν. «Είσαι ο αληθινός Ξαναγεννημένος Δράκοντας».
«Είμαι ένας βοσκός από τους Δύο Ποταμούς, Μητέρα».
«Κόρη μου, πες του την ιστορία. Μια αληθινή ιστορία, μικρέ. Άνοιξε τ’ αυτιά σου».
Η Μουαραίν άρχισε να μιλά. Ο Ραντ δεν πήρε το βλέμμα από το πρόσωπο της Άμερλιν, αλλά την άκουγε.
«Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, οι Αελίτες πέρασαν τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, το Δρακότειχος, η μόνη φορά που το έκαναν. Ρήμαξαν την Καιρχίν, κατατρόπωσαν όλους τους στρατούς που στάλθηκαν εναντίον τους, έκαψαν την ίδια την πόλη της Καιρχίν και έφτασαν πολεμώντας ως την Ταρ Βάλον. Ήταν χειμώνας και χιόνιζε, μα οι Αελίτες δεν λογαριάζουν κρύο και ζέστη. Η τελευταία μάχη, η τελευταία που είχε σημασία, δόθηκε έξω από τα Λαμπερά Τείχη, στη Σκιά του Όρους του Δράκοντα. Μετά από μάχη, που κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, οι Αελίτες οπισθοχώρησαν. Ή μάλλον γύρισαν πίσω, επειδή είχαν κάνει αυτό που είχαν έρθει να κάνουν, δηλαδή να σκοτώσουν τον Βασιλιά Λάμαν της Καιρχίν, για την αμαρτία του σε βάρος του Δένδρου. Εκεί λοιπόν είναι η αρχή της ιστορίας μου. Και η δική σου».