Выбрать главу

«Η άγκυρα δεν ταπεινώνεται επειδή χρησιμοποιείται για να συγκρατήσει τη βάρκα», είπε η Άμερλιν. «Φτιάχτηκες για έναν σκοπό, Ραντ αλ’Θορ. ‘Όταν οι άνεμοι της Τάρμον Γκάι’ντον γδάρουν τη γη, θα αντιμετωπίσει τη Σκιά και θα ξαναφέρει στον κόσμο το Φως». Οι Προφητείες πρέπει να εκπληρωθούν, αλλιώς ο Σκοτεινός θα ελευθερωθεί και θα ξαναπλάσει τον κόσμο κατ’ εικόνα του. Η Τελευταία Μάχη πλησιάζει, κι εσύ γεννήθηκες για να ενώσεις την ανθρωπότητα και να την οδηγήσεις εναντίον του Σκοτεινού».

«Ο Μπα’άλζαμον είναι νεκρός», είπε βραχνά ο Ραντ, και η Άμερλιν γρύλισε περιφρονητικά σαν σταβλίτης.

«Αν το πιστεύεις, τότε είσαι πιο βλάκας κι απ’ τους Ντομανούς. Πολλοί εκεί πιστεύουν ότι είναι νεκρός, ή έτσι λένε, αλλά παρατηρώ πως και πάλι δεν ρισκάρουν να τον ονοματίσουν. Ο Σκοτεινός ζει και ετοιμάζεται να ελευθερωθεί. Θα αντιμετωπίσεις τον Σκοτεινό. Είναι το πεπρωμένο σου».

Είναι το πεπρωμένο σου. Το είχε ξανακούσει αυτό, σε ένα όνειρο, που ίσως να μην ήταν εντελώς όνειρο. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε η Άμερλιν, αν ήξερε ότι ο Σκοτεινός του μιλούσε μέσα σε όνειρα. Αυτό τελείωσε. Ο Μπα’άλζαμον είναι νεκρός. Τον είδα να πεθαίνει.

Ξαφνικά κατάλαβε ότι γονάτιζε μπροστά τους σαν βατράχι, ότι ζάρωνε μπροστά στα μάτια τους. Προσπάθησε να σχηματίσει πάλι το κενό, αλλά στο μυαλό του στροβιλίζονταν φωνές, που παρέσυραν κάθε του προσπάθεια. Είναι το πεπρωμένο σου. Μωρό που κείτεται στο χιόνι. Είσαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας. Ο Μπα’άλζαμον είναι νεκρός. Το «Ραντ» είναι καλό όνομα, Κάρι. Δεν θα με χρησιμοποιήσει κανείς! Με στήριγμα το πείσμα του, σηκώθηκε πάλι όρθιος. Αντιμετώπισέ το με το κεφάλι ψηλά. Θα κρατήσεις την περηφάνια σου, τουλάχιστον. Οι τρεις Άες Σεντάι τον κοίταζαν ανέκφραστες.

«Τι...» Κράτησε με κόπο σταθερή τη φωνή του. «Τι θα μου κάνετε;»

«Τίποτα», είπε η Άμερλιν, κι ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Δεν ήταν η απάντηση που περίμενε, η απάντηση που φοβόταν. «Λες ότι θέλεις να πας συντροφιά με τους φίλους σου και τον Ίνγκταρ και, αν θες, μπορείς να πας. Δεν σε σημάδεψα με κανέναν τρόπο. Μερικές αδελφές ίσως ξέρουν ότι είσαι τα’βίρεν, μα όχι άλλες. Μόνο εμείς οι τρεις ξέρουμε ποιος είσαι στ’ αλήθεια. Θα μου φέρουν τον φίλο σου τον Πέριν, όπως έφεραν εσένα, και θα επισκεφθώ τον άλλο φίλο σου στο αναρρωτήριο. Μπορείς να πας όπου θέλεις, χωρίς να φοβάσαι ότι θα βάλουμε τις Κόκκινες αδελφές να σε κυνηγήσουν».

Ποιος είσαι στ’ αλήθεια; Τον κατέκλυσε θυμός, καυτός και διαβρωτικός. Ο Ραντ πάλεψε, τον έκλεισε μέσα, κρυφό. «Γιατί;»

«Πρέπει να εκπληρωθούν οι Προφητείες. Σ’ αφήνουμε να πλανηθείς ελεύθερος, γνωρίζοντας τι είσαι, επειδή, αλλιώς, ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα αφανιστεί, και ο Σκοτεινός θα αγκαλιάσει τη γη με φωτιά και θάνατο. Πρόσεξέ με, δεν νιώθουν το ίδιο όλες οι Άες Σεντάι. Υπάρχουν μερικές, εδώ στο Φαλ Ντάρα, που θα σε σκότωναν ευθύς αμέσως αν ήξεραν το ένα δέκατο απ’ όσα είσαι, και δεν θα ’χαν περισσότερες τύψεις απ’ ό,τι αν ξεκοίλιαζαν ψάρι. Αλλά, βέβαια, υπάρχουν άνδρες, που, δίχως αμφιβολία, έχουν γελάσει παρέα μαζί σου, οι οποίοι θα έκαναν το ίδιο αν ήξεραν. Πρόσεχε, Ραντ αλ’Θορ, Ξαναγεννημένε Δράκοντα».

Κοίταξε την κάθε μια χωριστά. Οι Προφητείες σας δεν είναι δικές μου. Του ανταπέδωσαν το βλέμμα, τόσο γαλήνια, που του ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι προσπαθούσαν να τον πείσουν πως ήταν ο πιο μισητός, ο πιο τρομακτικός άνθρωπος στην ιστορία του κόσμου. Είχε περάσει το φόβο και είχε βγει από την άλλη μεριά, σε κάποιο μέρος παγωμένο. Το μόνο που τον ζέσταινε ήταν ο θυμός του. Ας τον ειρήνευαν, ας τον έκαναν κάρβουνο επιτόπου, δεν τον ένοιαζε πια.

Ξαναθυμήθηκε κάποιες οδηγίες του Λαν. Με το αριστερό χέρι στη λαβή, έστριψε το σπαθί πίσω του, έπιασε το θηκάρι με το δεξί, έπειτα υποκλίθηκε, με τα χέρια ίσια. «Με την άδειά σου, Μητέρα, μπορώ να αναχωρήσω;»

«Σου δίνω την άδεια να φύγεις, γιε μου».

Σηκώθηκε, στάθηκε εκεί μια στιγμή ακόμα. «Δεν θα με χρησιμοποιήσει κανείς», είπε. Πίσω του, όταν έφυγε, έπεσε μεγάλη σιωπή.

Η σιωπή βάρυνε στο δωμάτιο όταν έφυγε ο Ραντ, ώσπου την έσπασε μια βαθιά ανάσα της Άμερλιν. «Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μου αρέσει αυτό που κάναμε», είπε. «Ήταν αναγκαίο, αλλά... Πέτυχε, Κόρες μου;»