Выбрать главу

Η Μουαραίν κούνησε το κεφάλι, μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση. «Δεν ξέρω. Αλλά ήταν αναγκαίο, και είναι».

«Αναγκαίο», συμφώνησε η Βέριν. Άγγιξε το μέτωπό της κι έπειτα κοίταζε τα νοτισμένα δάχτυλά της. «Είναι δυνατός. Και ξεροκέφαλος όπως είπες, Μουαραίν. Πολύ δυνατότερος απ’ όσο περίμενα. Ίσως τελικά χρειαστεί να τον ειρηνέψουμε πριν...» Τα μάτια της πλάτυναν. «Μα δεν μπορούμε, ε; Οι Προφητείες. Το Φως να μας συγχωρέσει γι’ αυτό που εξαπολύσαμε στον κόσμο».

«Οι Προφητείες», είπε η Μουαραίν, νεύοντας. «Έπειτα, θα κάνουμε αυτό που πρέπει. Όπως κάνουμε τώρα».

«Αυτό που πρέπει», είπε η Άμερλιν. «Ναι. Μα, όταν μάθει να διαβιβάζει, το Φως να μας βοηθήσει όλους».

Ερχόταν καταιγίδα. Η Νυνάβε την ένιωθε. Μεγάλη καταιγίδα, χειρότερη από κάδε άλλη που είχε δει. Μπορούσε ν’ αφουγκραστεί τον άνεμο και να ακούσει πώς θα ήταν ο καιρός. Όλες οι Σοφίες ισχυρίζονταν ότι το έκαναν, αν και πολλές δεν μπορούσαν να το κάνουν. Η Νυνάβε είχε αρχίσει να αισθάνεται άβολα μ’ αυτή την ικανότητα μόνο μαθαίνοντας ότι ήταν μια εκδήλωση της Δύναμης. Κάθε γυναίκα που άκουγε τον άνεμο μπορούσε να διαβιβάσει, αν και οι περισσότερες ήταν στην ίδια κατάσταση που ήταν και η Νυνάβε, χωρίς να συνειδητοποιούν τι έκαναν, χρησιμοποιώντας τη Δύναμη σπασμωδικά και σπάνια.

Αυτή τη φορά όμως κάτι πήγαινε στραβά. Έξω, ο πρωινός ήλιος ήταν μια χρυσή μπάλα σ’ έναν καταγάλανο ουρανό, και τα πουλιά κελαηδούσαν στους κήπους, μα δεν ήταν αυτό. Δεν θα είχε ιδιαίτερη αξία το να ακούς τον άνεμο, αν τα σημάδια του καιρού ήταν ορατά. Κάτι στραβό υπήρχε στην αίσθηση, αυτή τη φορά, κάτι που δεν ήταν όπως συνήθως. Η καταιγίδα έμοιαζε μακρινή, τόσο μακρινή που δεν θα έπρεπε να τη νιώθει. Αλλά η αίσθηση που είχε ήταν λες και ο ουρανός από πάνω της έπρεπε να βρέχει καταρρακτωδώς, να ρίχνει χιόνι, και χαλάζι, όλα μαζί, με ανέμους να ουρλιάζουν και να τραντάζουν τις πέτρες του οχυρού. Και μπορούσε, επίσης, να νιώσει και τον καλό καιρό, που θα κρατούσε μέρες ακόμα, αλλά αυτό κρυβόταν πίσω από την άλλη αίσθηση.

Ένας σπίνος ήρθε και κάθισε σε μια βελοθυρίδα, σαν να κορόιδευε την αίσθηση του καιρού της Νυνάβε, κοιτάζοντας στο διάδρομο. Όταν την είδε, εξαφανίστηκε, αφήνοντας μια φευγαλέα εντύπωση από γαλάζια κι άσπρα πούπουλα.

Εκείνη κοίταζε το σημείο στο οποίο είχε καθίσει το πουλί. Υπάρχει καταιγίδα, και δεν υπάρχει. Κάτι σημαίνει. Μα τι;

Αρκετά πιο κάτω στο διάδρομο, που ήταν γεμάτος γυναίκες και μικρά παιδιά, είδε τον Ραντ να προχωρά με μεγάλες δρασκελιές, ενώ οι γυναίκες που τον συνόδευαν σχεδόν έτρεχαν για να τον προφτάσουν. Η Νυνάβε ένευσε με σιγουριά. Αν υπήρχε καταιγίδα που δεν ήταν καταιγίδα, αυτός θα ήταν στο κέντρο της. Μάζεψε τα φουστάνια της και όρμηξε πίσω του.

Οι γυναίκες που είχε αποκτήσει φιλικές σχέσεις μαζί τους μετά τον ερχομό της στο Φαλ Ντάρα προσπάθησαν να της μιλήσουν· ήξεραν ότι ο Ραντ είχε έρθει μαζί της και ότι ήταν και οι δύο από τους Δύο Ποταμούς, και ήθελαν να μάθουν γιατί τον είχε προσκαλέσει η Άμερλιν. Η Έδρα της Άμερλιν! Ένιωσε παγωνιά βαθιά στα σπλάχνα της, άρχισε να τρέχει, αλλά, πριν βγει από το γυναικωνίτη, τον είχε χάσει πίσω από ας γωνίες των διαδρόμων και το πλήθος.

«Προς τα πού πήγε;» ρώτησε τη Νισούρα. Δεν χρειαζόταν να πει ποιον εννοούσε. Είχε ακούσει το όνομα του Ραντ στη συζήτηση μεταξύ των γυναικών που ήταν μαζεμένες στις αψιδωτές πόρτες.

«Δεν ξέρω, Νυνάβε. Βγήκε βιαστικά» λες και τον κυνηγούσε ο Σκοτεινόκαρδος. Και καλά να πάθει, αφού ήρθε εδώ με το σπαθί στη ζώνη. Ο Σκοτεινός δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που του αξίζει. Πού πάει ο κόσμος; Κι αφού τον παρουσίασαν στην Άμερλιν στα διαμερίσματά της, τέτοια τιμή. Πες μου, Νυνάβε, είναι στ’ αλήθεια πρίγκιπας στη χώρα σου;» Οι άλλες γυναίκες σταμάτησαν να μιλούν κι έγειραν πιο κοντά για να ακούσουν.

Η Νυνάβε δεν ήταν σίγουρη τι απάντηση είχε δώσει. Κάτι που τις είχε κάνει να την αφήσουν. Έφυγε βιαστικά από τους γυναικωνίτες, και σε κάθε διασταύρωση των διαδρόμων έστριβε το κεφάλι να τον ψάξει, σφίγγοντας τις γροθιές. Φως μου, τι του έκαναν; Έπρεπε να βρω τρόπο να τον πάρω μακριά από τη Μουαραίν, που το Φως να την τυφλώσει. Εγώ είμαι η Σοφία του.

Είσαι, ε; την χλεύασε μια φωνούλα. Εγκατέλειψες το Πεδίο του Έμοντ, τους άφησες να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους. Μπορείς ακόμα να Θεωρείς ότι είσαι η Σοφία τους;

Λεν τους εγκατέλειψα, σκέφτηκε η Νυνάβε οργισμένη. Έφερα τη Μάβρα Μάλεν από το Ντέβεν Ράιντ για να τους προσέχει μέχρι να γυρίσω. Θα βγάλει άκρη με τον Δήμαρχο και το Συμβούλιο του Χωριού, και τα πάει καλά με τον Κύκλο των Γυναικών.

Η Μάβρα θα πρέπει να γυρίσει στο δικό της χωριό. Κανένα χωριό δεν αντέχει πολύ καιρό χωρίς τη Σοφία του. Η Νυνάβε ένιωσε σαν να τη μαχαίρωναν. Έλειπε μήνες από το Πεδίο του Έμοντ.