«Εγώ είμαι η Σοφία του Πεδίου του Έμοντ!» είπε δυνατά.
Ένας υπηρέτης με λιβρέα, ο οποίος κουβαλούσε ένα τόπι ύφασμα, την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, κι έπειτα υποκλίθηκε βαθιά και συνέχισε. Το πρόσωπό του έδειχνε ότι βιαζόταν να φύγει από κει.
Η Νυνάβε, κοκκινίζοντας, κοίταξε γύρω να δει αν την είχε προσέξει κανείς. Υπήρχαν λίγοι μόνο άνδρες στο χολ, οι οποίοι ήταν απορροφημένοι στις συζητήσεις τους, και μερικές γυναίκες με μαύρα και χρυσά ρούχα που πήγαιναν στις δουλειές τους, κλίνοντας την κεφαλή ή το γόνυ καθώς περνούσαν. Εκατό φορές είχε κάνει τον ίδιο καυγά με τον εαυτό της, μα αυτή ήταν η πρώτη φορά που κατέληγε να μιλήσει φωναχτά. Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της κι έπειτα έσφιξε τα χείλη με δύναμη, όταν κατάλαβε τι έκανε.
Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η ερευνά της ήταν μάταια και τότε βρήκε τον Λαν, που είχε γυρισμένη την πλάτη και κοίταζε από μια βελοθυρίδα την αυλή πιο κάτω. Η φασαρία που ακουγόταν από την αυλή ήταν από άλογα κι ανθρώπους, χλιμιντρίσματα και κραυγές. Ο Λαν ήταν τόσο προσηλωμένος, που αυτή τη φορά δεν φάνηκε να την ακούει. Η Νυνάβε σιχαινόταν το ότι ποτέ δεν μπορούσε να τον πλησιάσει κρυφά, όσο ελαφρά κι αν περπατούσε. Στο Πεδίο του Έμοντ θεωρούσαν ότι ήξερε τους τρόπους του δάσους, αν και ήταν δεξιοτεχνία που δεν ενδιέφερε πολλές γυναίκες.
Σταμάτησε ακαριαία, ζούληξε το στομάχι της για να ηρεμήσει το τρέμουλο που ένιωθε. Έπρεπε να πιω ράνελ και ρίζα προβατόγλωσσας, σκέφτηκε δύσθυμα. Ήταν το καταπότι που έδινε σε όσους γκρίνιαζαν κι έλεγαν ότι είχαν αρρωστήσει, ή παιδιάριζαν. Το μίγμα από ράνελ και ρίζα προβατόγλωσσας τόνωνε λιγάκι και δεν έβλαπτε καθόλου, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ότι είχε φρικτή γεύση, η οποία διαρκούσε όλη μέρα. Ήταν η τέλεια γιατριά για όσους έκαναν χαζομάρες.
Ασφαλής από το βλέμμα του, τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω, έτσι που έγερνε στην πέτρα και άγγιζε το σαγόνι με τα δάχτυλά του, κοιτάζοντας αυτά που συνέβαιναν πιο κάτω. Κατ’ αρχάς παραείναι ψηλός, κι έπειτα είναι τόσο μεγάλος, που Θα μπορούσε να είναι πατέρας μου. Ένας άνδρας με τέτοιο πρόσωπο θα ήταν άσπλαχνος. Όχι, αυτός δεν είναι τέτοιος. Ποτέ δεν ήταν τέτοιος. Και ήταν βασιλιάς. Η χώρα του είχε αφανιστεί όταν ήταν μωρό και δεν μπορούσε να διεκδικήσει το στέμμα, αλλά όμως ήταν βασιλιάς. Τι δουλειά έχει ένας βασιλιάς με μια χωριάτισσα; Επίσης είναι και Πρόμαχος. Δεσμευμένος με τη Μουαραίν. Αυτή έχει τη μέχρι θανάτου αφοσίωσή του, και μια σχέση στενότερη κι από εραστών, και τον έχει ολόκληρο. Η Μουαραίν έχει όλα όσα θέλω, που το Φως να την κάψει!
Ο Λαν γύρισε από τη βελοθυρίδα και η Νυνάβε έστριψε για να φύγει.
«Νυνάβε». Η φωνή του την έπιασε και την κράτησε σαν θηλιά. «Ήθελα να μιλήσουμε μόνοι. Πάντα είσαι στα διαμερίσματα των γυναικών, ή με παρέα».
Ήταν μεγάλος κόπος να σταθεί και να τον αντικρίσει, αλλά ήταν σίγουρη ότι τα χαρακτηριστικά της ήταν γαλήνια, ακόμα κι όταν σήκωσε τα μάτια να τον κοιτάξει. «Ψάχνω τον Ραντ». Δεν Θα παραδεχόταν ότι τον απέφευγε. «Είπαμε πριν από καιρό ό,τι είχαμε να πούμε οι δυο μας. Ντροπιάστηκα —κάτι που δεν Θα ξανακάνω— και μου είπες να φύγω».
«Ποτέ δεν είπα—» Ανάσανε βαθιά. «Σου είπα ότι το μόνο που είχα να σου προσφέρω για γαμήλιο δώρο θα ήταν ρούχα χηρείας. Δεν είναι δώρο που μπορεί να δώσει άνδρας σε γυναίκα. Ένας άνδρας που θέλει να λέγεται άνδρας».
«Καταλαβαίνω», του είπε αυτή ψυχρά. «Όπως και να ’χει, οι βασιλιάδες δεν χαρίζουν δώρα σε χωριατοπούλες. Κι αυτή η εδώ χωριατοπούλα δεν θα το δεχόταν. Μήπως είδες τον Ραντ; Πρέπει να του μιλήσω. Θα πήγαινε να δει την Άμερλιν. Ξέρεις τι τον ήθελε;»
Τα μάτια του άστραψαν, σαν γαλάζιος πάγος στον ήλιο. Εκείνη στήλωσε τα πόδια για να μην οπισθοχωρήσει μπροστά του και ανταπέδωσε στο άγριό του βλέμμα το δικό της.
«Ο Σκοτεινός να πάρει και τον Ραντ αλ’Θορ και την Έδρα της Άμερλιν», μούγκρισε, βάζοντάς της κάτι στο χέρι. «Θα σου κάνω ένα δώρο και θα το πάρεις, ακόμα κι αν χρειαστεί να το αλυσοδέσω στο λαιμό σου».
Εκείνη τράβηξε τα μάτια της από τα δικά του. Όταν ήταν θυμωμένος, η ματιά του ήταν σαν του γαλανομάτικου γερακιού. Στο χέρι της ήταν ένα σφραγιδοφόρο δαχτυλίδι, βαρύ και χρυσαφένιο, φθαρμένο από τα χρόνια, τόσο φαρδύ, που μπορούσε σχεδόν να χωρέσει και τους δύο αντίχειρές της. Είχε ίνα γερανό, που πετούσε πάνω από μια λόγχη κι ένα στέμμα, με επιμελώς χαραγμένες τις λεπτομέρειες. Της κόπηκε η ανάσα. Το δαχτυλίδι των Μαλκιρινών βασιλιάδων. Ξέκασε να τον αγριοκοιτάξει, απλώς σήκωσε το πρόσωπο. «Δεν μπορώ να το πάρω, Λαν».