Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα, αλλά, πριν προλάβει η Εγκουέν να ανοίξει, μπήκε μέσα η Νισούρα αναστατωμένη. «Εγκουέν, ο νεαρός σου προσπαθεί να μπει στα διαμερίσματα των γυναικών». Φαινόταν σκανδαλισμένη. «Και φορά σπαθί. Επειδή η Άμερλιν τον άφησε να μπει έτσι, δεν σημαίνει ότι... Ο Άρχοντας Ραντ θα ’πρεπε να ξέρει το σωστό. Ξεσήκωσε τον κόσμο. Εγκουέν, πρέπει να του μιλήσεις».
«Ο Άρχοντας Ραντ», είπε η Νυνάβε, ξεφυσώντας απαξιωτικά. «Δεν του χωρούν πια τα παντελόνια αυτού του νεαρού. Όταν τον πιάσω στα χέρια μου, θα του δείξω εγώ τι άρχοντας είναι».
Η Εγκουέν ακούμπησε το μπράτσο της Νυνάβε. «Άσε με να του μιλήσω, Νυνάβε. Μόνη μου».
«Άντε, καλά. Ακόμα κι οι καλύτεροι άνδρες δεν είναι πολύ καλύτεροι όταν τους δαμάσεις». Η Νυνάβε κοντοστάθηκε, και πρόσθεσε, χωρίς να απευθύνεται στις άλλες, «Αλλά, βέβαια, οχ καλύτεροι αξίζουν τον κόπο να τους δαμάσεις».
Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι, καθώς ακολουθούσε τη Νισούρα στο διάδρομο. Ακόμα και πριν από μισό χρόνο, η Νυνάβε δεν θα πρόσθετε τη δεύτερη φράση. Αλλά δεν θα δαμάσει ποτέ τον Λαν. Οι σκέψεις της στράφηκαν στον Ραντ. Ξεσήκωνε τον κόσμο, ε; «Να τον δαμάσω;» μουρμούρισε. «Αν δεν έχει μάθει πια τρόπους, θα τον γδάρω ζωντανό».
«Μερικές φορές έτσι πρέπει», είπε η Νισούρα, περπατώντας γοργά. «Οι άνδρες, προτού παντρευτούν, δεν είναι πολιτισμένοι, αλλά μισοάγριοι, στην καλύτερη περίπτωση». Κοίταζε λοξά την Εγκουέν. «Σκοπεύεις να παντρευτείς τον Άρχοντα Ραντ; Δεν θέλω να γίνω αδιάκριτη, αλλά πας στον Λευκό Πύργο, και οι Άες Σεντάι σπανίως παντρεύονται —μόνο μερικές από το Πράσινο Άτζα, απ’ ό,τι έχω ακούσει, κι από κει όχι πολλές— και...»
Η Εγκουέν θα μπορούσε να συνεχίσει η ίδια τα λόγια της άλλης. Είχε ακούσει τις συζητήσεις στο γυναικωνίτη, σχετικά με το ποια θα ήταν η κατάλληλη σύζυγος του Ραντ. Στην αρχή ένιωθε να τη σουβλίζει η ζήλια και ο θυμός. Οι οικογένειες τους μόνο που δεν τους είχαν λογοδόσει τους δύο όταν ήταν παιδιά. Αλλά η ίδια πήγαινε να γίνει Άες Σεντάι και ο Ραντ ήταν αυτό που ήταν. Ένας άνδρας που μπορούσε να διαβιβάσει. Θα μπορούσε να τον παντρευτεί. Και θα τον έβλεπε να τρελαίνεται, θα τον έβλεπε να πεθαίνει. Ο μόνος τρόπος για να μην γίνει αυτό θα ήταν να τον ειρηνέψουν. Δεν μπορώ να του το κάνω. Δεν μπορώ! «Δεν ξέρω», είπε θλιμμένα.
Η Νισούρα ένευσε. «Καμία δεν θα κυνηγήσει στο χωράφι που λες ότι σου ανήκει, αλλά εσύ πας στον Πύργο, και αυτός θα γίνει καλός σύζυγος. Όταν εκπαιδευτεί. Νάτος».
Οι γυναίκες, οι οποίες ήταν συγκεντρωμένες στην είσοδο των γυναικωνιτών, και από τη μέσα και από την έξω πλευρά, παρακολουθούσαν τους τρεις άνδρες που ήταν στον διάδρομο απ’ έξω. Ήταν ο Ραντ, με το σπαθί ζωσμένο πάνω από το κόκκινο παλιό του, που τον αντιμετώπιζαν ο Άγκελμαρ και ο Κάτζιν. Αυτοί δεν φορούσαν σπαθί· ακόμα και μετά απ’ όσα είχαν γίνει τη νύχτα, εδώ ήταν τα διαμερίσματα των γυναικών. Η Εγκουέν σταμάτησε πίσω από το πλήθος.
«Καταλαβαίνεις γιατί δεν μπορείς να μπεις», έλεγε ο Άγκελμαρ. «Ξέρω ότι τα πράγματα είναι αλλιώς στο Άντορ, αλλά το καταλαβαίνεις;»
«Δεν προσπάθησα να μπω». Ο Ραντ έμοιαζε σαν να το είχε εξηγήσει ξανά. «Είπα στην Αρχόντισσα Νισούρα ότι ήθελα να δω την Εγκουέν, κι εκείνη είπε ότι η Εγκουέν είχε δουλειά κι έπρεπε να περιμένω. Το μόνο που έκανα ήταν που φώναξα την Εγκουέν από την πόρτα. Δεν πήγα να μπω. Έτσι που έπεσαν όλες πάνω μου, ήταν λες και είχα ονοματίσει τον Σκοτεινό».
«Οι γυναίκες έχουν τις δικές τους συνήθειες», είπε ο Κάτζιν. Για Σιναρανός ήταν ψηλός, φτάνοντας σχεδόν τον Ραντ, ξερακιανός κι ασπριδερός. Ο κότσος στην κορυφή του κεφαλιού του ήταν μαύρος σαν πίσσα. «Αυτές κάνουν τους κανόνες για τους γυναικωνίτες κι εμείς υπακούμε, ακόμα κι όταν είναι ανόητοι». Μερικές γυναίκες τον κοίταξαν υψώνοντας τα φρύδια, κι αυτός ξερόβηξε βιαστικά. «Πρέπει να στείλεις μήνυμα, αν θέλεις να μιλήσεις σε κάποια γυναίκα, αλλά θα το παραδώσουν όποτε αυτές θελήσουν, και μέχρι τότε πρέπει να περιμένεις. Αυτό είναι το έθιμό μας».
«Πρέπει να τη δω», είπε ο Ραντ πεισματικά. «Σε λίγο θα φύγουμε. Δεν θα με πείραζε να φεύγαμε και νωρίτερα, αλλά, όπως και να ’χει, θέλω να δω την Εγκουέν. Θα φέρουμε πίσω το Κέρας του Βαλίρ και το εγχειρίδιο, και έτσι θα τελειώσουν όλα. Θα τελειώσουν όλα. Αλλά πρέπει να τη δω πριν φύγω». Η Εγκουέν έσμιξε τα φρύδια· της φαινόταν παράξενος.
«Μην αγριεύεις», είπε ο Κάτζιν, «Εσύ και ο Ίνγκταρ θα βρείτε το Κέρας, ή δεν θα το βρείτε. Κι αν δεν το βρείτε, θα το πάρει κάποιοι; άλλος. Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει, κι εμείς δεν είμαστε παρά νήματα στο Σχήμα».
«Μην αφήσεις το Κέρας να σου επιβληθεί, Ραντ», είπε ο Άγκελμαρ. «Μπορεί να εξουσιάσει τον άνδρα —ξέρω ότι μπορεί— και δεν είναι αυτός ο τρόπος. Ο άνδρας πρέπει να αναζητά το καθήκον, όχι τη δόξα. Ό,τι γίνει, θα γίνει. Αν είναι προορισμένο από το Φως να ηχήσει το Κέρας του Βαλίρ, τότε έτσι θα γίνει».