Έμοιαζε τόσο χαμένος, που η Εγκουέν ήθελε να ακουμπήσει το κεφάλι της στους ώμους του, και τόσο πεισμωμένος, που στ’ αλήθεια ήθελε να του στρίψει το αυτί. «Άκουσέ με, χοντροκέφαλε. Θα γίνω Άες Σεντάι, και θα βρω τρόπο να σε βοηθήσω. Στ’ αλήθεια».
«Την άλλη φορά που θα με δεις, μάλλον θα θέλεις να με ειρηνέψεις».
Η Εγκουέν κοίταξε βιαστικά γύρω της· ήταν μόνοι τους σε κείνο το τμήμα του διαδρόμου. «Αν δεν προσέχεις τα λόγια σου, δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω. Θέλεις να το μάθουν όλοι;»
«Ήδη το ξέρουν πολλοί», είπε. «Εγκουέν, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, μα δεν είναι. Μακάρι... Να προσέχεις. Και υποσχέσου ότι δεν θα διαλέξεις το Κόκκινο Άτζα».
Τα δάκρυα θόλωσαν τα μάτια της, καθώς τον αγκάλιαζε. «Να προσέχεις», του είπε θυμωμένα, με το κεφάλι της στο στήθος του. «Αν δεν προσέχεις, θα σε — θα σε...» Της φάνηκε ότι τον είχε ακούσει να μουρμουρίζει, «Σ’ αγαπώ», και μετά της κατέβασε τα χέρια και την έσπρωξε από πάνω του με απαλές κινήσεις. Γύρισε την πλάτη και έφυγε από κοντά της, τρέχοντας σχεδόν.
Η Εγκουέν τινάχτηκε, όταν η Νισούρα της άγγιξε το μπράτσο. «Δείχνει σαν να του έβαλες μια αγγαρεία που δεν θα του αρέσει. Αλλά δεν πρέπει να σε δει να κλαις γι’ αυτό. Ακυρώνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Έλα. Σε θέλει η Νυνάβε».
Η Εγκουέν ακολούθησε την άλλη γυναίκα, σκουπίζοντας τα μάγουλά της. Να προσέχεις, χοντροκέφαλε. Φως μου, πρόσεχέ τον.
9
Αναχωρήσεις
Η εξωτερική αυλή ήταν σε κατάσταση οργανωμένου χάους, όταν έφτασε επιτέλους ο Ραντ με τα σακίδια της σέλας του και με το δέμα που περιείχε την άρπα και το φλάουτο. Ο ήλιος κόντευε να δείξει μεσημέρι. Άνδρες γυρνούσαν βιαστικά γύρω από τα άλογα, τραβούσαν τα λουριά που έδεναν τις σέλλες και τα φορτία για να δουν αν ήταν σφιχτά, ύψωναν φωνές. Άλλοι ορμούσαν με πράγματα της τελευταίας στιγμής που έπρεπε να μπουν στους σάκους, ή με νερό για τους ανθρώπους που δούλευαν, ή έτρεχαν να φέρουν κάτι που μόλις το είχαν θυμηθεί. Μα όλοι έμοιαζαν να ξέρουν ακριβώς τι έκαναν και πού πήγαιναν. Οι διάδρομοι των φρουρών και τα μπαλκόνια των τοξοτών ήταν πάλι πλημμυρισμένα κόσμο και η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη έξαψη. Οπλές κροτούσαν στο πλακόστρωτο της αυλής. Ένα από τα υποζύγια άρχισε να κλωτσά και οι σταβλίτες έτρεξαν να το καλμάρουν. Στον αέρα βάραινε η μυρωδιά των αλόγων. Ο μανδύας του Ραντ προσπαθούσε να πεταρίσει στο αεράκι, το οποίο γέμιζε κυματάκια τα λάβαρα με το σκυμμένο γεράκι πάνω στους πύργους, αλλά τον συγκρατούσε το τόξο του, περασμένο διαγώνια στην πλάτη του.
Απ’ έξω από τις ανοιχτές πύλες ακούστηκαν οι ήχοι των σαρισοφόρων και των τοξοτών της Άμερλιν, οι οποίοι συγκεντρώνονταν σε σχηματισμό στην πλατεία. Είχαν πάει από γύρω, περνώντας από μια πλαϊνή πύλη. Ένας ακούστηκε να δοκιμάζει το κέρας του.
Κάποιοι από τους Προμάχους κοίταξαν τον Ραντ, καθώς διέσχιζε την αυλή· μερικοί σήκωσαν τα φρύδια, όταν είδαν το σπαθί με το σήμα του ερωδιού, μα κανείς δεν μίλησε. Οι μισοί φορούσαν τους μανδύες που σου έφερναν ταραχή όταν τους κοίταζες. Ήταν εκεί ο Μαντάρμπ, το άτι του Λαν, ψηλός, με μαύρο τρίχωμα και μάτια που πετούσαν σπίθες, μα ο Πρόμαχος έλειπε, και ακόμα δεν φαινόταν καμία Άες Σεντάι, καμία από τις γυναίκες. Η Αλντίμπ, η άσπρη φοράδα της Μουαραίν, πλησίασε ντελικάτα τον Μαντάρμπ.
Το ρούσο άτι του Ραντ ήταν στην άλλη ομάδα, στην απέναντι μεριά της αυλής· εκεί ήταν ο Ίνγκταρ, με έναν σημαιοφόρο ο οποίος κρατούσε το λάβαρο του Ίνγκταρ με τη Γκρίζα Κουκουβάγια, και είκοσι άλλοι αρματωμένοι με λόγχες, που κατέληγαν σε ατσάλινη αιχμή μήκους μισού μέτρου, όλοι πάνω στ’ άλογα. Τα πλέγματα στα κράνη κάλυπταν τα πρόσωπά τους και οι χρυσές χλαίνες με το Μαύρο Γεράκι στο στήθος έκρυβαν τις πανοπλίες τους. Μόνο το κράνος του Ίνγκταρ είχε οικόσημο, ένα μισοφέγγαρο πάνω από τα φρύδια του, με τις άκρες του να γυρνούν ψηλά. Ο Ραντ αναγνώρισε μερικούς άνδρες. Ήταν ο Ούνο ο οχετόστομος, ο οποίος είχε ένα μόνο μάτι και μια κάθετη ουλή στο πρόσωπο. Ο Ράγκαν και ο Μασέμα. Και άλλοι, με τους οποίους είχε πει δυο κουβέντες, ή είχε παίξει μια παρτίδα λίθους. Ο Ράγκαν του κούνησε το χέρι και ο Ούνο ένευσε, αλλά ο Μασέμα του έριξε μια ψυχρή ματιά και γύρισε αλλού, και δεν ήταν ο μόνος που έκανε έτσι. Τα φορτωμένα άλογά τους στέκονταν ήσυχα, κουνώντας τις ουρές.
Το μεγάλο ρούσο άλογο του Ραντ τιναζόταν, καθώς ο Ραντ έδενε τα σακίδια της σέλας και το δέμα του πίσω από την ψηλή ράχη της σέλας. Έβαλε το πόδι στον αναβολέα και μουρμούρισε, «Ήσυχα, Κοκκινοτρίχη», καθώς ανέβαινε στη σέλα, αλλά άφησε το άλογο να χοροπηδήσει για να εκτονώσει την καταπιεσμένη ορμή που ένιωθε τόσον καιρό στους στάβλους.