Выбрать главу

Προς έκπληξη του Ραντ, ο Λόιαλ εμφανίστηκε από τους στάβλους να έρχεται προς το μέρος τους. Το άτι του με τα τριχωτά υποκνήμια ήταν μεγαλόσωμο και βαρύ, σαν τον πιο εκλεκτό επιβήτορα ράτσας Ντούραν. Πλάι του, όλα τα άλλα ζώα έδειχναν συγκριτικά μικρόσωμα, σαν την Μπέλα, αλλά με τον Λόιαλ στη σέλα, το άλογά του έμοιαζε με πόνυ.

Ο Λόιαλ δεν έφερε όπλα, απ’ όσο έβλεπε ο Ραντ. Δεν είχε ακούσει ποτέ του για Ογκιρανό που να χρησιμοποιεί όπλο. Τα στέντιγκ τους πρόσφεραν αρκετή προστασία. Και ο Λόιαλ είχε τις δικές του ανάγκες, τις δικές του ιδέες για το τι ήταν απαραίτητο σ’ ένα ταξίδι. Οι τσέπες του μακριού παλιού του φούσκωναν προδοτικά, και τα σακίδια στη σέλα του είχαν γραμμές κι άκρες που έδειχναν βιβλία.

Ο Ογκιρανός σταμάτησε το άλογό του λίγο παραπέρα και κοίταξε τον Ραντ, με τα φουντωτά αυτιά του να τινάζονται αβέβαια.

«Δεν ήξερα ότι θα έρθεις», είπε ο Ραντ. «Νόμιζα όχι θα είχες βαρεθεί να ταξιδεύεις μαζί μας. Αυτή τη φορά κανείς δεν ξέρει πόσο καιρό θα μας πάρει, ούτε πού θα καταλήξουμε».

Τα αυτιά του Λόιαλ ανασηκώθηκαν λιγάκι. «Λεν ξέραμε ούτε και τότε, που σε πρωτοσυνάντησα. Εκτός αυτού, αυτό που ίσχυε τότε ισχύει και τώρα. Δεν μπορώ να χάσω αυτή την ευκαιρία, να δω την ιστορία να υφαίνεται γύρω από τα’βίρεν. Και να σε βοηθήσω να βρεις το Κέρας...»

Ο Ματ και ο Πέριν πλησίασαν καβάλα τον Λόιαλ και αταμάτησαν. Τα μάτια του Ματ έδειχναν κούραση, αλλά το πρόσωπό του έλαμπε από υγεία.

«Ματ», είπε ο Ραντ, «λυπάμαι για ό,τι είπα. Πέριν, δεν το εννοούσα. Ήμουν βλάκας».

Ο Ματ απλώς του έριξε μια ματιά, και μετά κούνησε το κεφάλι και είπε στον Πέριν κάτι που ο Ραντ δεν μπόρεσε να ακούσει. Ο Ματ είχε μόνο το τόξο και τη φαρέτρα του, αλλά ο Πέριν φορούσε επίσης το τσεκούρι του στη ζώνη, με τη μεγάλη, σε σχήμα μισοφέγγαρου λεπίδα να την ισορροπεί ένα χοντρό καρφί.

«Ματ; Πέριν; Ειλικρινά, δεν—» Αυτοί προχώρησαν προς τον Ίνγκταρ.

«Αυτό δεν είναι παλιό για ταξίδι, Ραντ», είπε ο Λόιαλ.

Ο Ραντ κοίταξε τα χρυσά αγκάθια που σκαρφάλωναν στο πορφυρό μανίκι του και έκανε μια γκριμάτσα. Δεν είναι παράξενο, που ο Ματ και ο Πέριν νομίζουν ότι τα μυαλά μου πήραν αέρα. Γυρνώντας στο δωμάτιό του, είχε βρει ότι είχαν πακετάρει και είχαν πάρει τα πάντα. Όλα τα απλά παλιά που του είχαν δώσει ήταν φορτωμένα στα άλογα, έτσι είχαν πει οι υπηρέτες· όλα τα παλτά τα οποία είχαν μείνει στη ντουλάπα ήταν φανταχτερά, σαν αυτό που φορούσε. Τα μόνα ρούχα που υπήρχαν στα σακίδια της σέλας του ήταν λίγα πουκάμισα, μερικές μάλλινες κάλτσες και ένα παντελόνι. Τουλάχιστον είχε βγάλει το χρυσό κορδόνι από το μανίκι του, αν και είχε ακόμα την κόκκινη καρφίτσα με τον αετό στην τσέπη. Στο κάτω-κάτω, ήταν δώρο του Λαν.

«Θα αλλάζω απόψε, όταν κάνουμε στάση», μουρμούρισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Λόιαλ, σου είπα λόγια που δεν έπρεπε, και ελπίζω να με συγχωρέσεις. Έχεις κάθε δικαίωμα να μου κρατήσεις κακία, ελπίζω όμως να μην το κάνεις».

Ο Λόιαλ χαμογέλασε πλατιά και τα αυτιά του ορθώθηκαν. Πλησίασε με το άλογο του. «Κι εγώ όλο λέω πράγματα που δεν πρέπει. Οι Πρεσβύτεροι έλεγαν ότι μιλούσα μια ώρα πριν σκεφτώ».

Ξαφνικά ο Λαν βρέθηκε πλάι στον Ραντ, με την αρματωσιά με τις γκριζοπράσινες φολίδες, η οποία στο δάσος ή στο σκοτάδι τον έκανε σχεδόν αόρατο. «Πρέπει να σου μιλήσω, βοσκέ». Κοίταξε τον Λόιαλ. «Μόνο του, αν έχεις την καλοσύνη, Κατασκευαστή». Ο Λόιαλ ένευσε και απομακρύνθηκε με το μεγάλο άλογό του.

«Δεν ξέρω αν πρέπει να σ’ ακούσω», είπε ο Ραντ στον Πρόμαχο. «Αυτά τα φανταχτερά ρούχα, κι όλα τα πράγματα που μου είπες, δεν βοήθησαν πολύ».

«Όταν δεν μπορείς να κερδίσεις μια μεγάλη νίκη, βοσκέ, μάθε να σου αρκούν οι μικρές. Αν τις έκανες να σε νομίζουν για κάτι παραπάνω από απλό χωριατόπαιδο, που θα το είχαν του χεριού τους, τότε κέρδισες μια μικρή νίκη. Τώρα σώπα κι άκου. Προλαβαίνω να σου κάνω μόνο ένα τελευταίο μάθημα, το πιο δύσκολο. Το Θηκάρωμα του Σπαθιού».

«Μια ώρα κάθε πρωί το μόνο που μ’ έβαζες να κάνω ήταν να τραβώ αυτό το παλτόσπαθο και να το ξαναβάζω στη θήκη. Όρθιος, καθισμένος, ξαπλωτός. Νομίζω ότι θα καταφέρω να το ξαναβάλω στο θηκάρι χωρίς να κοπώ».

«Είπα να ακούσεις, βοσκέ», μούγκρισε ο Πρόμαχος. «Θα ’ρθει καιρός που θα πρέπει να πετύχεις έναν σκοπό, οποιοδήποτε κι αν είναι το κόστος. Ίσως να έρθει πάνω στην άμυνα, ή στην επίθεση. Και ο μόνος τρόπος δα είναι να επιτρέψεις στο σπαθί να θηκαρωθεί στο ίδιο σου το σώμα».

«Αυτό είναι τρέλα», είπε ο Ραντ. «Γιατί θα–;»

Ο Πρόμαχος τον διέκοψε. «Θα το καταλάβεις, όταν συμβεί, βοσκέ, όταν το κέρδος Θα αξίζει τέτοιο τίμημα και δεν θα σου έχει μείνει άλλος δρόμος. Αυτό λέγεται Θηκάρωμα του Σπαθιού. Να το Θυμάσαι».

Η Άμερλιν εμφανίστηκε να διασχίζει το πλήθος στην αυλή, μαζί με τη Ληάνε και το ραβδί της, με τον Άρχοντα Άγκελμαρ στο πλευρό της. Ακόμα και φορώντας ένα πράσινο βελούδινο παλιό, ο Άρχοντας του Φαλ Ντάρα δεν έμοιαζε αταίριαστος ανάμεσα σε τόσους πάνοπλους άνδρες. Ακόμα δεν υπήρχε ίχνος από τις άλλες Άες Σεντάι. Καθώς περνούσαν, ο Ραντ άκουσε μέρος της συζήτησής τους.