Выбрать главу

«Μα, Μητέρα», διαμαρτυρόταν ο Άγκελμαρ, «δεν πρόλαβες να αναπαυτείς από το ταξίδι του ερχομού σου. Μείνε τουλάχιστον μερικές μέρες ακόμα. Σου υπόσχομαι μια γιορτή απόψε, που δεν θα γινόταν σχεδόν ούτε και στην Ταρ Βάλον».

Η Άμερλιν κούνησε το κεφάλι χωρίς να σταματήσει να περπατά. «Δεν μπορώ, Άγκελμαρ. Ξέρεις ότι θα έμενα, αν μπορούσα. Δεν σκόπευα να μείνω πολύ και υπάρχουν επείγοντα ζητήματα, τα οποία απαιτούν την παρουσία μου στον Λευκό Πύργο. Έπρεπε να είμαι εκεί τώρα».

«Μητέρα, με ντροπιάζει που ήρθες τη μια μέρα και φεύγεις την άλλη. Σου ορκίζομαι, δεν θα επαναληφθεί η χτεσινή βραδιά. Τριπλασίασα τους σκοπούς σας πύλες της πόλης, όπως επίσης και στο οχυρό. Έφερα ακροβάτες από την πόλη κι έρχεται βάρδος από το Μος Σιρέην. Ο Βασιλιάς Ήζαρ θα είναι τώρα στο δρόμο του από το Φαλ Μόραν. Έστειλα μήνυμα μόλις...»

Όπως προχωρούσαν στην αυλή, οι φωνές τους χάθηκαν, καθώς τις κατάπινε ο σαματάς των προετοιμασιών. Η Άμερλιν ούτε που κοίταξε προς τη μεριά του Ραντ.

Όταν ο Ραντ χαμήλωσε πάλι το βλέμμα, ο Πρόμαχος είχε φύγει, δεν φαινόταν πουθενά. Ο Λόιαλ ξανάρθε με το άλογο στο πλευρό του Ραντ, «Ώσπου να τον βρεις, τον χάνεις, ε, Ραντ; Μια είναι αλλού, μια εδώ, μια ξαναχάνεται, δεν προφταίνεις να τον δεις εκεί που φεύγει, ούτε εκεί που έρχεται».

Το Θηκάρωμα του Σπαθιού. Ο Ραντ ανατρίχιασε. Δεν στέκουν καλά στο μυαλό τους οι Πρόμαχοι.

Ο Πρόμαχος με τον οποίο μιλούσε η Άμερλιν ξαφνικά πήδηξε στη σέλα του. Πριν καν φτάσει στις ορθάνοιχτες πύλες, κάλπαζε ολοταχώς. Εκείνη στάθηκε να τον κοιτάζει, και η στάση της έμοιαζε να τον παρακινεί να κάνει πιο γρήγορα.

«Πού πάει με τόση φούρια;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Ραντ.

«Απ’ ό,τι άκουσα», είπε ο Λόιαλ, «η Έδρα της Άμερλιν θα έστελνε σήμερα κάποιον να πάει μέχρι το Άραντ Ντόμαν. Ακούστηκε ότι κάποια αναταραχή υπάρχει στην Πεδιάδα Άλμοθ και θέλει να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι, γιατί τώρα; Απ’ ό,τι άκουσα, οι φήμες γι’ αυτές τις φασαρίες ήρθαν από την Ταρ Βάλον μαζί με τις Άες Σεντάι».

Ο Ραντ ένιωσε παγωνιά. Στο χωριό, ο πατέρας της Εγκουέν είχε ένα μεγάλο χάρτη, έναν χάρτη τον οποίο ο Ραντ καθόταν και χάζευε με τις ώρες, κάνοντας όνειρα, πριν μάθει πώς ήταν να βγαίνουν τα όνειρα αληθινά. Ο χάρτης εκείνος ήταν παμπάλαιος, δείχνοντας χώρες και έθνη που δεν υπήρχαν πια, όπως έλεγαν οι έμποροι που έρχονταν από μακριά, αλλά η Πεδιάδα Άλμοθ ήταν σημειωμένη, κολλητά με το Τόμαν Χεντ. Θα ξανανταμώσουμε στο Τόμαν Χεντ. Ήταν στην αντίπερα άκρη του κόσμου που ήξερε, στον Ωκεανό Άρυθ. «Δεν έχει να κάνει με μας», ψιθύρισε. «Δεν έχει να κάνει με μένα».

Ο Λόιαλ δεν φάνηκε να τον ακούει. Τρίβοντας το πλάι της μύτης του μ’ ένα δάχτυλο μεγάλο σαν λουκάνικο, ο Ογκιρανός ατένιζε ακόμα την πύλη όπου είχε εξαφανιστεί ο Πρόμαχος. «Αν ήθελε να μάθει, γιατί δεν έστελνε κάποιον πριν φύγει από την Ταρ Βάλον; Αλλά εσείς οι άνθρωποι είστε άστατοι και βιαστικοί, όλο τρεχάματα και ανακατωσούρες». Τα αυτιά του πάγωσαν από ντροπή. «Συγνώμη, Ραντ. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, όταν λέω ότι μιλάω πριν σκεφτώ. Κι εγώ μερικές φορές είμαι άστατος και ορμητικός, όπως ξέρεις».

Ο Ραντ γέλασε. Ήταν ένα γελάκι αδύναμο, μα ένιωθε ωραία που είχε κάτι να γελάσει. «Μπορεί, αν ζούσαμε όσο εσείς οι Ογκιρανοί, να ήμασταν κι εμείς πιο φρόνιμοι». Ο Λόιαλ ήταν ηλικίας ενενήντα χρονών· για τους Ογκιρανούς, του έμεναν ακόμα δέκα χρόνια για να βγει μόνος έξω από το στέντιγκ. Πάντα ισχυριζόταν πως το γεγονός ότι είχε βγει ούτως ή άλλως, ήταν απόδειξη της ορμητικότητας του. Ο Ραντ είχε τη γνώμη πως, αν ο Λόιαλ ήταν δείγμα άστατου Ογκιρανού, τότε οι πιο πολλοί θα ’πρεπε να είναι φτιαγμένοι από πέτρα.

«Ίσως», είπε στοχαστικά ο Λόιαλ, «αλλά εσείς οι άνθρωποι κάνετε τόσα πολλά στη ζωή σας. Εμείς δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να κλεινόμαστε στα στέντιγκ μας. Τα άλση που φυτέψαμε και τα κτίρια που κατασκευάσαμε, όλα έγιναν πριν τελειώσει η Μακρά Εξορία». Ο Λόιαλ αγαπούσε τα άλση, όχι τα κτίρια για τα οποία οι άνθρωποι θυμόνταν τους Ογκιρανούς. Αυτά τα άλση, που είχαν φυτευτεί για να θυμούνται οι Ογκιρανοί Κατασκευαστές τα στέντιγκ, ήθελε να δει ο Λόιαλ και είχε φύγει από το σπίτι του. «Από τότε που ξαναβρήκαμε το δρόμο για τα στέντιγκ, εμείς οι...» Τα λόγια του ξεψύχησαν, καθώς τους πλησίαζε η Άμερλιν.

Ο Ίνγκταρ και οι άλλοι άνδρες ανασάλεψαν στη σέλα, έτοιμοι να αφιππεύσουν και να γονατίσουν, αλλά εκείνη τους έκανε νόημα να μείνουν όπως ήταν. Η Ληάνε στεκόταν στο πλάι της και ο Άγκελμαρ ένα Ρήμα παραπίσω. Από το βλοσυρό πρόσωπό του ήταν φανερό ότι είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια να την πείσει να μείνει κι άλλο.