Η Άμερλιν τους κοίταξε όλους έναν-έναν πριν μιλήσει. Το βλέμμα της δεν έμεινε πάνω στον Ραντ περισσότερο απ’ όσο στους άλλους.
«Η Ειρήνη να χαμογελά στο σπαθί σου, Άρχοντα Ίνγκταρ», είπε τελικά. «Δόξα στους Κατασκευαστές, Λόιαλ Κισέραν».
«Μας τιμάς, Μητέρα. Είθε η ειρήνη να χαμογελά στην Ταρ Βάλον». Ο Ίνγκταρ υποκλίθηκε από τη σέλα του, το ίδιο έκαναν και οι άλλοι Σιναρανοί.
«Κάθε τιμή στην Ταρ Βάλον», είπε ο Λόιαλ, ενώ υποκλινόταν.
Μόνο ο Ραντ, και οι δύο φίλοι του στην άλλη άκρη της ομάδας, έμειναν όρθιοι. Ο Ραντ αναρωτήθηκε τι τους είχε πει η Άμερλιν. Η Ληάνε κοίταξε συνοφρυωμένη και τους τρεις, και τα μάτια του Άγκελμαρ άνοιξαν πλατιά, αλλά η Άμερλιν δεν έδωσε σημασία.
«Πάτε να βρείτε το Κέρας του Βαλίρ», τους είπε, «και η ελπίδα του κόσμου είναι μαζί σας. Το Κέρας δεν μπορεί να αφεθεί σε λάθος χέρια, ειδικά σε χέρια Σκοτεινόφιλων. Αυτοί που θα έρθουν για να απαντήσουν στο κάλεσμά του, θα έρθουν όποιος κι αν το ηχήσει, και είναι δεσμευμένοι στο Κέρας, όχι στο Φως».
Ένα σούσουρο ακούστηκε ανάμεσα στους άνδρες που άκουγαν. Όλοι πίστευαν ότι οι ήρωες που θα καλούνταν από τον τάφο θα πολεμούσαν για το Φως. Αν όμως μπορούσαν να πολεμήσουν για τη Σκιά...
Η Άμερλιν συνέχισε να μιλά, αλλά ο Ραντ δεν την άκουγε πια. Ο παρατηρητής είχε επιστρέψει. Οι τρίχες του σβέρκου του σάλεψαν. Κοίταξε τα γεμάτα κόσμο μπαλκόνια των τοξοτών που έβλεπαν στην αυλή, τις σειρές των ανθρώπων, που στριμώχνονταν στους διαδρόμους των σκοπών πάνω στα τείχη. Κάπου ανάμεσά τους ήταν τα μάτια που τον είχαν παρακολουθήσει αθέατα. Η ματιά κολλούσε πάνω του σαν βρώμικο λάδι. Δεν μπορεί να είναι Ξέθωρος, σ’ αυτό το μέρος. Ποιος λοιπόν; Ή τι; Στριφογύρισε στη σέλα, έστριψε τον Κοκκινοτρίχη, καθώς έψαχνε. Το ρούσο άλογο χοροπήδησε πάλι.
Ξαφνικά κάτι άστραψε μπροστά στο πρόσωπο του Ραντ. Ένας άνδρας που περνούσε πίσω από την Άμερλιν κραύγασε κι έπεσε κάτω, μ’ ένα βέλος με μαύρα πούπουλα να ξεπροβάλλει από το πλευρό του. Η Άμερλιν στάθηκε κοιτάζοντας γαλήνια ένα σχίσιμο στο μανίκι της· το αίμα σιγά-σιγά λέκιασε το γκρι μετάξι.
Μια γυναίκα τσίριξε και ξαφνικά η αυλή γέμισε κραυγές και φωνές. Ο κόσμος στα τείχη αναταράχτηκε με οργή, και όλοι οι άνδρες στην αυλή τράβηξαν το σπαθί τους. Ακόμα και ο Ραντ, όπως συνειδητοποίησε με έκπληξη.
Ο Άγκελμαρ ανέμισε τη λεπίδα του ψηλά. «Βρείτε τον!» βρυχήθηκε. «Φέρτε τον μπροστά μου!» Το πρόσωπό του από βυσσινί έγινε πελιδνό, όταν είδε το αίμα στο μανίκι της Άμερλιν. Έπεσε στα γόνατα, με το κεφάλι σκυμμένο. «Συγχώρεσέ με, Μητέρα. Απέτυχα να σε προστατέψω. Ντρέπομαι».
«Ανοησίες, Άγκελμαρ», είπε η Άμερλιν. «Ληάνε, μην σκοτίζεσαι για μένα και πήγαινε να δεις αυτόν τον άνθρωπο. Έχω κοπεί και χειρότερα καθαρίζοντας ψάρια, κι αυτός χρειάζεται βοήθεια τώρα. Άγκελμαρ, σήκω. Σήκω, Άρχοντα του Φαλ Ντάρα. Δεν απέτυχες και δεν έχεις λόγο να ντρέπεσαι. Την περασμένη χρονιά στο Λευκό Πύργο, με τους δικούς μου σκοπούς σε κάθε πόρτα και με Προμάχους ολόγυρά μου, ένας άνδρας με μαχαίρι έφτασε στα πέντε βήματα από μένα. Λευκομανδίτης, το δίχως άλλο, αν και δεν έχω αποδείξεις. Σε παρακαλώ, σήκω, αλλιώς θα νιώσω εγώ ντροπή». Καθώς ο Άγκελμαρ σηκωνόταν αργά, η Άμερλιν άγγιξε το κομμένο μανίκι της. «Είναι κακός σκοπευτής για τοξότης των Λευκομανδιτών, ή ακόμα και των Σκοτεινόφιλων». Τα μάτια της πετάρισαν και άγγιξαν τον Ραντ. «Αν σημάδευε εμένα». Το βλέμμα της χάθηκε, πριν ο Ραντ προλάβει να καταλάβει την έκφραση της, αλλά ξαφνικά θέλησε να ξεπεζέψει και να κρυφτεί.
Δεν σημάδευε αυτήν, και το ξέρει.
Η Ληάνε, που ήταν γονατιστή, σηκώθηκε. Κάποιος είχε απλώσει έναν μανδύα στο πρόσωπο του άνδρα που είχε δεχθεί το βέλος. «Είναι νεκρός, Μητέρα». Έμοιαζε κουρασμένη. «Ήταν νεκρός τη στιγμή που έπεφτε κάτω. Ακόμα κι αν ήμουν στο πλευρό του...»
«Έκανες ό,τι μπορούσες, Κόρη μου. Ο θάνατος δεν Θεραπεύεται».
Ο Άγκελμαρ ήρθε πιο κοντά. «Μητέρα, αν τριγύρω υπάρχουν Λευκομανδίτες φονιάδες, ή Σκοτεινόφιλοι, πρέπει να μου επιτρέψεις να στείλω άνδρες για συνοδεία σου. Τουλάχιστον μέχρι το ποτάμι. Δεν θ’ άντεχα να ζήσω, αν πάθαινες κάτι στο Σίναρ. Σε παρακαλώ, ξαναγύρνα στους γυναικωνίτες. Θα σε φρουρήσω με τη ζωή μου μέχρι να είσαι σε θέση να ταξιδέψεις».
«Ησύχασε», του είπε. «Αυτή η γρατσουνιά δεν θα με καθυστερήσει ούτε λεπτό. Ναι, ναι, μετά χαράς δέχομαι συνοδεία μέχρι το ποτάμι, αν επιμένεις. Αλλά δεν θα επιτρέψω σ’ αυτό το περιστατικό να καθυστερήσει τον Άρχοντα Ίνγκταρ ούτε στιγμή, επίσης. Μέχρι να ξαναβρεθεί το Κέρας, κάθε λεπτό είναι πολύτιμο. Έχω την άδειά σου, Άρχοντα Άγκελμαρ, να δώσω διαταγές στους ορκοδοσμένους σου;»