Выбрать главу

Εκείνος συμφώνησε κλίνοντας την κεφαλή. Εκείνη τη στιγμή θα της έδινε και το Φαλ Ντάρα, αν του το ζητούσε.

Η Άμερλιν στράφηκε στον Ίνγκταρ και τους άνδρες που ήταν συγκεντρωμένοι πίσω του. Δεν ξανακοίταξε τον Ραντ. Αυτός ξαφνιάστηκε, βλέποντάς την ξαφνικά να χαμογελά.

«Πάω στοίχημα πως το Ίλιαν δεν κατευοδώνει τόσο συναρπαστικά το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος», είπε. «Αλλά αυτό είναι το αληθινό Μεγάλο Κυνήγι. Είστε λίγοι, κι έτσι μπορείτε να ταξιδεύετε πιο γρήγορα, αλλά είστε αρκετοί για να κάνετε αυτό που πρέπει. Σου αναθέτω, Άρχοντα Ίνγκταρ του Οίκου Σινόβα, αναθέτω σε όλους, βρείτε το Κέρας του Βαλίρ, και μην αφήσετε τίποτα να μπει εμπόδιο στο δρόμο σας»,

Ο Ίνγκταρ έβγαλε γοργά το σπαθί από την πλάτη του και φίλησε τη λεπίδα. «Στη ζωή και την ψυχή μου, στον Οίκο και στην τιμή μου, το ορκίζομαι, Μητέρα».

«Πήγαινε, λοιπόν».

Ο Ίνγκταρ έστριψε το άλογό του προς την πύλη.

Ο Ραντ έχωσε τις φτέρνες στα πλευρά του Κοκκινοτρίχη και κάλπασε πίσω από τη φάλαγγα, η οποία ήδη περνούσε από τις πύλες και χανόταν.

Χωρίς να έχουν αντιληφθεί τι είχε συμβεί μέσα στο οχυρό, οι σαρισοφόροι και οι τοξότες της Άμερλιν στέκονταν σχηματίζοντας ένα μονοπάτι από τις πύλες ως την πόλη, με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον στα στήθη. Οι τυμπανιστές και οι σαλπιγκτές της περίμεναν κοντά στις πύλες, έτοιμοι να την ακολουθήσουν μόλις περνούσε. Πίσω από τις σειρές των αρματωμένων ο κόσμος είχε γεμίσει την πλατεία μπροστά στο οχυρό. Μερικοί ζητωκραύγασαν το λάβαρο του Ίνγκταρ, και άλλοι, χωρίς αμφιβολία, νόμισαν ότι ήταν η αναχώρηση της Έδρας της Άμερλιν. Ενθουσιώδεις ιαχές ακολούθησαν τον Ραντ, όπως περνούσε την πλατεία.

Ο Ραντ πρόφτασε τον Ίνγκταρ εκεί που μαγαζάκια και σπίτια με χαμηλά πρόστεγα στέκονταν αντικριστά, και το πλήθος συνέρεε πάλι στο λιθόστρωτο δρόμο. Κι απ’ αυτούς μερικοί επίσης ζητωκραύγασαν. Ο Ματ και ο Πέριν ήταν στην κεφαλή της φάλαγγας, μαζί με τον Ίνγκταρ και τον Λόιαλ, αλλά ο δυο τους έμειναν πίσω, όταν ήρθε μαζί τους ο Ραντ. Πώς Θα ζητήσω συγνώμη, αφού δεν κάθονται να τους μιλήσω; Που να καώ, δεν δείχνει να πεθαίνει.

«Ο Τσάνγκου και ο Νιντάο εξαφανίστηκαν», είπε απότομα ο Ίνγκταρ. Φαινόταν ψυχρός και θυμωμένος, αλλά επίσης και ταραγμένος. «Μετρήσαμε κεφάλια στο οχυρό, ζωντανούς και πεθαμένους, χτες το βράδυ και πάλι σήμερα το πρωί. Είναι οι μόνοι αδικαιολογήτως απόντες».

«Ο Τσάνγκου είχε σκοπιά στο μπουντρούμι χτες», είπε αργά ο Ραντ.

«Και ο Νιντάο. Είχαν τη δεύτερη βάρδια. Πάντα ήταν μαζί, ακόμα κι όταν έπρεπε να ανταλλάξουν υπηρεσίες, ή να κάνουν παραπανίσια δουλειά σε αντάλλαγμα. Δεν φυλούσαν σκοπιά όταν συνέβη αυτό, αλλά... Πολέμησαν στο Πέρασμα του Τάργουιν, πριν ένα μήνα, και έσωσαν τον Άρχοντα Άγκελμαρ, όταν το άλογά του σωριάστηκε κάτω με Τρόλοκ ολόγυρά του. Και τώρα αυτό. Σκοτεινόφιλοι». Ανάσανε βαθιά. «Όλα γκρεμίζονται».

Ένας καβαλάρης άνοιξε δρόμο στην ανθρωποθάλασσα που απλωνόταν και στις δύο πλευρές του δρόμου, και μπήκε στην ομάδα τους πίσω από τον Ίνγκταρ. Ήταν άνθρωπος της πόλης, όπως έδειχναν τα ρούχα του, λιγνός, με πρόσωπο γεμάτο γραμμές και μακριά, γκρίζα μαλλιά. Πίσω από τη σέλα του ήταν δεμένα ένα δέμα και παγούρια, και από τη ζώνη του κρεμόταν ένα κοντό σπαθί, ένας σπαθοσπάστης και ένα ρόπαλο.

Ο Ίνγκταρ πρόσεξε τις ματιές του Ραντ. «Αυτός είναι ο Χούριν, ο μυριστής μας. Δεν υπήρχε λόγος να πούμε στις Άες Σεντάι γι’ αυτόν. Όχι ότι αυτό που κάνει είναι κακό, καταλαβαίνεις. Ο Βασιλιάς έχει έναν μυριστή στο Φαλ Μόραν, και υπάρχει άλλος ένας στο Άνκορ Ντάιλ. Μόνο που στις Άες Σεντάι, σπάνια αρέσει κάτι που δεν καταλαβαίνουν, κι είναι και άντρας, ακόμα χειρότερα... Δεν έχει καμία σχέση με τη Δύναμη, φυσικά. Α! Για πες του εσύ, Χούριν».

«Μάλιστα, Άρχοντα Ίνγκταρ», είπε ο άνδρας. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον Ραντ από τη σέλα του. «Τιμή μου να υπηρετώ, Άρχοντά μου».

«Λέγε με Ραντ». Ό Ραντ άπλωσε το χέρι, και μετά από μια στιγμή ο Χούριν χαμογέλασε πλατιά και το έσφιξε.

«Όπως θέλεις, Άρχοντά μου Ραντ. Ο Άρχοντας Ίνγκταρ και ο Άρχοντας Κάτζιν δεν νοιάζονται πώς φέρεται ο άλλος —και ο Άρχοντας Άγκελμαρ, φυσικά— αλλά στην πόλη λένε ότι είσαι ξένος πρίγκιπας, από το νότο, και μερικοί ξένοι πρίγκιπες επιμένουν ότι ο καθένας πρέπει να ξέρει τη θέση του».

«Δεν είμαι άρχοντας» Τουλάχιστον τώρα θα γλιτώσω απ’ αυτά. «Λέγε με Ραντ, τίποτα παραπάνω».

Ο Χούριν έπαιξε τα μάτια. «Όπως επιθυμείς, Άρχ— ε — Ραντ. Βλέπεις, είμαι μυριστής. Αυτή την Ημέρα του Ήλιου κλείνουν τέσσερα χρόνια που το κάνω. Δεν είχα ξανακούσει γι’ αυτό το πράγμα, αλλά, απ’ ό,τι μαθαίνω, έχει και μερικούς άλλους σαν και μένα. Τούτο άρχισε σιγά-σιγά, όταν έπιανα άσχημες μυρωδιές εκεί που κανένας άλλος δεν μύριζε τίποτα, και δυνάμωσε. Πέρασε ολόκληρος χρόνος για να καταλάβω τι ήταν. Μύριζα τη βία, σκοτωμούς και πόνο. Μύριζα το μέρος που είχε συμβεί. Μύριζα τα ίχνη αυτού που το είχε κάνει. Κάδε ίχνος είναι διαφορετικό, έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να τα μπερδέψω. Ο Άρχοντας Ίνγκταρ το έμαθε και με πήρε στη δούλεψη του, υπηρέτη στη δικαιοσύνη του Βασιλιά».