Выбрать главу

«Μπορείς να μυρίσεις τη βία;» είπε ο Ραντ. Κοίταξε άθελα του τη μύτη του άλλου. Ήταν φυσιολογική μύτη, ούτε μεγάλη ούτε μικρή. «Θέλεις να πεις ότι μπορείς πραγματικά να ακολουθήσεις άνθρωπο που, ας πούμε, έχει σκοτώσει κάποιον; Με την οσμή;»

«Μπορώ, Άρχ— ε — Ραντ. Σβήνει με τον καιρό, αλλά όσο χειρότερη η βία, τόσο πιο πολύ κρατά. Αχ, ακόμα μυρίζω το πεδίο μιας μάχης που έγινε πριν δέκα χρόνια, αν και τα ίχνη των ανδρών που ήταν εκεί έχουν χαθεί. Πάνω, κοντά στη Μάστιγα, τα ίχνη των Τρόλοκ δεν σβήνουν σχεδόν ποτέ. Τι άλλο κάνουν οι Τρόλοκ, παρά να φέρνουν πόνο και θάνατο. Αλλά ένας καυγάς σε ταβέρνα, με κάνα σπασμένο χέρι... αυτή η μυρωδιά χάνεται σε λίγες ώρες».

«Καταλαβαίνω γιατί δεν θα ’θελες να το μάθουν οι Άες Σεντάι».

«Α, ο Άρχοντας Ίνγκταρ είχε δίκιο για τις Άες Σεντάι, που το Φως να τις φωτίζει — α — Ραντ. Ήταν μία στην Καιρχίν κάποτε —Καφέ Άτζα, αλλά ορκίζομαι ότι, πριν μ’ αφήσει στο τέλος να φύγω, πίστεψα πως ήταν Κόκκινο— που με κράτησε ένα μήνα, προσπαθώντας να βρει πώς το κάνω. Δεν της άρεσε που δεν ήξερε. Όλο μουρμούριζε, ‘Μήπως είναι παλιό που ξανάρθε, ή μήπως καινούργιο;’ και με κοίταζε έτσι που θα ’λεγε κανείς ότι στ’ αλήθεια χρησιμοποιούσα τη Μία Δύναμη. Μ’ είχε κάνει, σχεδόν, να αμφιβάλω κι εγώ ο ίδιος. Αλλά δεν τρελάθηκα, και δεν κάνω κάτι. Απλώς το μυρίζω».

Στο μυαλό του Ραντ ήρθαν τα λόγια της Μουαραίν. Οι παλιοί φραγμοί εξασθενούν. Οι καιροί μας διαλύονται, αλλάζουν. Παλιά πράγματα περπατούν ξανά, καινούργια πράγματα γεννιούνται. Ίσως ζήσουμε για να δούμε το τέλος μιας Εποχής. Ανατρίχιασε. «Θα ψάξουμε λοιπόν με τη μύτη σου γι’ αυτούς που πήραν το Κέρας».

Ο Ίνγκταρ ένευσε. Ο Χούριν χαμογέλασε καμαρωτός, και είπε, «Αυτό θα κάνουμε — α — Ραντ. Ακολούθησα έναν δολοφόνο μέχρι την Καιρχίν, κάποτε, και έναν άλλον ίσαμε το Μάραντον, για να τους φέρω πίσω στη δικαιοσύνη του Βασιλιά». Το χαμόγελό του έσβησε, και φάνηκε σαν κάτι να τον βασάνιζε. «Αυτό όμως είναι το χειρότερο απ’ όλα. Ο φόνος μυρίζει άσχημα, και τα ίχνη του φονιά βρωμάνε, αλλά αυτό...» Σούφρωσε τη μύτη. «Είχαν ανακατευτεί και άνθρωποι χτες βράδυ. Πρέπει να ήταν Σκοτεινόφιλοι, αλλά δεν μπορείς από τη μυρωδιά να πεις αν κάποιος είναι Σκοτεινόφιλος. Αυτό που θα ακολουθήσω είναι οι Τρόλοκ και οι Ημιάνθρωποι. Και κάτι ακόμα χειρότερο]». Χαμήλωσε σιγά-σιγά τη φωνή, κατσουφιάζοντας, μιλώντας μάλλον στον εαυτό του, αλλά ο Ραντ τον άκουσε. «Κάτι ακόμα χειρότερο, που το Φως να με βοηθήσει».

Έφτασαν στις πύλες της πόλης, και λίγο πέρα από τα τείχη ο Χούριν ύψωσε το πρόσωπο στην αύρα. Μύρισε, και μετά ρουθούνισε αηδιασμένος. «Κατά κει, Άρχοντα μου Ίνγκταρ». Έδειξε προς το νότο.

Ο Ίνγκταρ φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Όχι προς τη Μάστιγα;»

«Όχι, Άρχοντα Ίνγκταρ. Πφ!» Ο Χούριν σκούπισε το στόμα με το μανίκι του. «Σχεδόν μπορώ να τους γευτώ. Πήγαν νότια».

«Είχε δίκιο λοιπόν η Έδρα της Άμερλιν», είπε αργά ο Ίνγκταρ. «Γυναίκα σπουδαία και σοφή, που της αξίζουν καλύτεροι υπηρέτες από μένα. Ακολούθησε το μονοπάτι τους, Χούριν».

Ο Ραντ γύρισε και το βλέμμα του πέρασε τις πύλες, ακολούθησε το δρόμο και έφτασε στο οχυρό. Ευχήθηκε να ήταν καλά η Εγκουέν. Η Νυνάβε θα την προσέχει. Μπορεί έτσι να είναι καλύτερα, ένας γρήγορος χωρισμός με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο.

Ακολούθησε τον Ίνγκταρ και το λάβαρο με την Γκρίζα Κουκουβάγια προς το νότο. Ο άνεμος φυσούσε πιο δυνατά και, παρά τον ήλιο, ένιωθε την πλάτη του παγωμένη. Του φάνηκε πως άκουσε γέλιο στον άνεμο, αμυδρό και κοροϊδευτικό.

Το φεγγάρι που μίκραινε φώτιζε τους υγρούς, σκοτεινιασμένους δρόμους του Ίλιαν, οι οποίοι ακόμα αντηχούσαν από την εορταστική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω της η μέρα. Σε λίγες μόνο μέρες, το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος θα ξεκινούσε, και οι συμμετέχοντες θα στέλνονταν προς το βορρά, με τα μεγαλεία και τις τελετές που είχαν παραδοθεί από την Εποχή των Θρύλων, όπως ισχυριζόταν η παράδοση. Τα γλέντια για τους Κυνηγούς είχαν συνεχιστεί και είχαν γίνει ένα με τη Γιορτή του Τέβεν, με τους περιβόητους διαγωνισμούς και τα δώρα για τους βάρδους. Το λαμπρότερο δώρο, όπως πάντα, θα το απένειμαν σε κείνον που θα απήγγειλε καλύτερα Το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος.