Απόψε οι βάρδοι ψυχαγωγούσαν τον κόσμο στα παλάτια και τα μέγαρα της πόλης, όπου οι σπουδαίοι και οι ισχυροί ξεφάντωναν και οι Κυνηγοί έρχονταν απ’ όλα τα έθνη για να εξορμήσουν και να βρουν, αν όχι το ίδιο το Κέρας του Βαλίρ, τουλάχιστον την αθανασία σε τραγούδια και ιστορίες. Θα απολάμβαναν μουσική και χορούς, με βεντάλιες και παγωμένα ποτά για ν’ αντιμετωπίσουν τον πρώτο αληθινό καύσωνα στην πόλη, μα το πανηγύρι ξεχυνόταν, επίσης, και στην πνιγηρή, φεγγαρόλουστη βραδιά. Κάθε μέρα Θα ήταν πανηγύρι, μέχρι την αρχή του Κυνηγιού, και κάθε νύχτα.
Οι άνθρωποι προσπερνούσαν τρέχοντας τον Μπέυλ Ντόμον, φορώντας μάσκες και κοστούμια παράδοξα και αφάνταστα, τα οποία συχνά φανέρωναν άφθονη σάρκα. Έτρεχαν φωνάζοντας και τραγουδώντας, πεντ’ έξι μαζί, μετά σκόρπιζαν κατά ζευγάρια, που χαχάνιζαν και αγκαλιάζονταν, και μετά μαζεύονταν πάλι είκοσι άτομα μαζί, σ’ ένα βραχνό μελίσσι. Πυροτεχνήματα τριζοβολούσαν στον ουρανό, με χρυσές και αργυρές εκρήξεις σε μαύρο φόντο. Το πλήθος των Διαφωτιστών στην πόλη πλησίαζε σε αριθμούς εκείνο των βάρδων.
Ο Ντόμον δεν είχε στη σκέψη του τα βεγγαλικά ή το Κυνήγι. Πήγαινε να ανταμώσει ανθρώπους που ίσως προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν.
Πέρασε τη Γέφυρα των Λουλουδιών, πάνω από ένα κανάλι της πόλης, και βγήκε στην Αρωματισμένη Συνοικία, την περιοχή του λιμανιού του Ίλιαν. Το κανάλι μύριζε δοχεία νυκτός, και τίποτα δεν φανέρωνε αν κάποτε υπήρχαν λουλούδια κοντά στη γέφυρα. Η συνοικία μύριζε καννάβι και πίσσα από τα ναυπηγεία και τους μόλους, και ξινή λάσπη του λιμανιού, ενώ την κατάσταση χειροτέρευε ο ζεστός αέρας, που έμοιαζε τόσο υγρός σαν να μπορούσες τον πιεις. Ο Ντόμον ανάσανε βαριά κάδε φορά που γυρνούσε από τα βόρεια, ξαφνιαζόταν από την πρώιμη καλοκαιρινή λαύρα του Ίλιαν, παρ’ όλο που είχε γεννηθεί εκεί.
Το ένα χέρι του κρατούσε ένα βαρύ ρόπαλο και το άλλο αναπαυόταν στη λαβή του κοντού σπαθιού, το οποίο είχε υψώσει αρκετές φορές για να υπερασπίσει τα καταστρώματα του ποταμόπλοιου του από επιδρομείς. Αυτές τις γιορτινές νύχτες καραδοκούσαν αρκετοί κλέφτες, για λεία πλούσια, και συνήθως ζαλισμένη από κρασί.
Αλλά ήταν μεγαλόσωμος και μυώδης άνδρας, και κανένας απ’ αυτούς που κυνηγούσαν το χρυσάφι δεν τον περνούσε για τόσο πλούσιο, με το απλό σακάκι του, ώστε να ρισκάρει να αντιμετωπίσει το μπόι και το ρόπαλό του. Οι λίγοι που τύχαινε να τον δουν καθαρά, όταν περνούσε από το φως που χυνόταν από κάποιο παράθυρο, έκαναν πίσω μέχρι να τους προσπεράσει. Είχε μελαχρινά μαλλιά, τα οποία κρέμονταν ως τους ώμους του, και μακριά γενειάδα που, αφήνοντας το πανωχείλι του γυμνό, ήταν σαν κορνίζα στο στρογγυλό πρόσωπό του· μα αυτό το πρόσωπο δεν έδειχνε ποτέ μαλθακό, και τώρα είχε μια βλοσυρή έκφραση, σαν να σκόπευε να προχωρήσει γκρεμίζοντας ό,τι εμπόδιο έβρισκε. Είχε να συναντήσει κάποιους, και δεν ένιωθε χαρά γι’ αυτό.
Κι άλλοι γλεντοκόποι τον προσπέρασαν, τραγουδώντας φάλτσα, με το κρασί να μπερδεύει τα λόγια τους. «Το Κέρας του Βαλίρ», μα την ηλικιωμένη γιαγιά μου! σκέφτηκε βαρύθυμα ο Ντόμον. Το πλοίο μου θέλω να σώσω. Και τη ζωή μου, που να με φάει η μοίρα μου.
Μπήκε σ’ ένα πανδοχείο, κάτω από μια πινακίδα που έδειχνε έναν μεγάλο ασβό με άσπρες ρίγες να χορεύει όρθιος στα πίσω πόδια μ’ έναν άνδρα που κρατούσε ασημένιο φτυάρι. Το Βόλεμα του Ασβού, λεγόταν, παρ’ όλο που ούτε και η Νιέντα Σιντόρο, η πανδοχέας, δεν ήξερε τι εννοούσε το όνομα· στο Ίλιαν υπήρχε ανέκαθεν πανδοχείο μ’ αυτό το όνομα.
Η κοινή αίθουσα, με πριονίδι στο πάτωμα και έναν μουσικό, που άρπιζε απαλά ένα δωδεκάχορδο μπίτερν, παίζοντας ένα μελαγχολικό τραγούδι των Θαλασσινών, ήταν καλοφωτισμένη και επικρατούσε ηρεμία. Η Νιέντα δεν επέτρεπε φασαρίες στο μαγαζί της και ο ανιψιός της, ο Μπίλι, ήταν ένα θηρίο, που μπορούσε να σηκώσει και να βγάλει άνθρωπο έξω με το ένα χέρι. Ναύτες, λιμενεργάτες και χαμάληδες έρχονταν στον Ασβό για να πιουν και να πουν ίσως καμιά κουβέντα, αλλά και για να παίξουν λίθους ή βελάκια. Τώρα η αίθουσα ήταν μισογεμάτη· ακόμα κι αυτοί που προτιμούσαν την ησυχία είχαν παρασυρθεί από το πανηγύρι. Οι συζητήσεις ήταν χαμηλόφωνες, αλλά ο Ντόμον άκουσε ν’ αναφέρουν το Κυνήγι, και τον ψεύτικο Δράκοντα που είχαν πιάσει οι Μουραντιανοί, και τον άλλον, που οι Δακρινοί κυνηγούσαν στο Χάντον Μιρκ. Φαινόταν να υπάρχουν αμφιβολίες, αν θα ήταν προτιμότερο να δει κανείς τον ψεύτικο Δράκοντα να πεθαίνει ή τους Δακρινούς.
Ο Ντόμον έκανε μια γκριμάτσα. Ψεύτικοι Δράκοντες! Που να με φάει η μοίρα μου, κανένα μέρος δεν είναι ασφαλές αυτούς τους καιρούς. Αλλά δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους ψεύτικους Δράκοντες, ούτε και για το Κυνήγι.