Η κοντόχοντρη ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, με τα μαλλιά τυλιγμένα κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, σκούπιζε ένα κύπελλο και κοίταζε το πανδοχείο της με μάτι που έκοβε. Δεν σταμάτησε τη δουλειά της, σχεδόν δεν τον κοίταξε καν, αλλά το αριστερό βλέφαρό της χαμήλωσε και τα μάτια της γύρισαν σε τρεις άνδρες, οι οποίοι κάθονταν σ’ ένα τραπέζι στη γωνία. Ήταν σιωπηλοί, ακόμα και για τον Ασβό, σχεδόν νηφάλιοι, και τα μεταξωτά καπέλα τους, που είχαν σχήμα καμπάνας, και τα σκούρα σακάκια τους, που είχαν κεντημένα στο στήθος ασημένια και πορφυρά και χρυσά διακριτικά, ξεχώριζαν ανάμεσα στα απλά ρούχα των άλλων πελατών.
Ο Ντόμον αναστέναξε και κάθισε σ’ ένα τραπέζι στη γωνία, μόνος του. Καιρχινοί, αυτή τη φορά. Πήρε ένα κύπελλο με καστανόχρωμη μπύρα από μια υπηρέτρια και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά. Όταν κατέβασε το κύπελλο, οι τρεις άνδρες με τα ριγέ σακάκια στέκονταν πλάι στο τραπέζι του. Έκανε μια αδιόρατη κίνηση, για να δείξει στη Νιέντα ότι δεν χρειαζόταν τον Μπίλι.
«Ο Καπετάνιος Ντόμον;» Κανείς από τους τρεις δεν είχε κάτι χαρακτηριστικό, αλλά ο ομιλητής είχε έναν αέρα που έκανε τον Ντόμον να τον πάρει για αρχηγό τους. Δεν φαινόταν να έχουν όπλα· παρά τα ωραία ρούχα τους, δεν έδειχναν να τα χρειάζονται. Αυτά τα συνηθισμένα πρόσωπα είχαν μάτια γεμάτα σκληρότητα. «Ο Καπετάνιος Ντόμον, του Αφρόνερου;»
Ο Ντόμον συμφώνησε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι, και οι τρεις άνδρες κάθισαν, χωρίς να περιμένουν πρόσκληση. Ο ίδιος άνδρας συνέχισε την κουβέντα· οι άλλοι δύο απλώς κοίταζαν, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν συχνά τα βλέφαρα. Σωματοφύλακες, σκέφτηκε ο Ντόμον, κι ας φοράνε καλοφτιαγμένα ρούχα. Ποιος είναι που έχει δυο σωματοφύλακες να τον προσέχουν;
«Καπετάνιε Ντόμον, έχουμε ένα σημαντικό πρόσωπο, το οποίο πρέπει να μεταφερθεί από το Μαγιέν στο Ίλιαν».
«Το Αφρόνερο είναι ποταμόπλοιο», τον διέκοψε ο Ντόμον. «Το σκαρί του είναι ρηχό και δεν έχει καρίνα για βαθιά νερά». Δεν ήταν ακριβώς έτσι, αλλά αρκούσε για τους στεριανούς. Τουλάχιστον είναι μια αλλαγή από το Δάκρυ. Έβαλαν μυαλό.
Ο άνδρας δεν φάνηκε να ενοχλείται από τη διακοπή. «Ακούσαμε ότι εγκαταλείπεις το εμπόριο στο ποτάμι».
«Μπορεί να το παρατάω, μπορεί και όχι. Δεν αποφάσισα». Όμως το είχε πάρει απόφαση. Δεν θα ξανανέβαινε το ποτάμι, δεν θα ξαναπήγαινε στις Μεθόριες, ακόμα και για όλα τα μετάξια που μετέφεραν τα πλοία των Δακρινών. Οι Σαλδικές γούνες και οι παγοπιπεριές δεν το άξιζαν πια, και δεν είχε σχέση με τον ψεύτικο Δράκοντα, για τον οποίο είχε ακούσει εκεί. Για μια ακόμα φορά όμως αναρωτήθηκε πώς να είχε μαθευτεί. Δεν το είχε πει σε κανέναν, αλλά το ήξεραν και οι άλλοι.
«Μπορείς να φτάσεις εύκολα ως το Μαγιέν, πλέοντας κοντά στην ακτή. Σίγουρα, Καπετάνιε, δεν θα είχες αντίρρηση να πας από τα ρηχά για χίλια χρυσά μάρκα».
Ο Ντόμον, άθελά του, γούρλωσε τα μάτια. Ήταν τα τετραπλάσια από την τελευταία προσφορά, που κι εκείνη τον είχε αφήσει να χάσκει. «Τι θέλετε να φέρω για τόσα λεφτά; Την ίδια την Πρώτη του Μαγιέν; Το Δάκρυ τελικά την ανάγκασε να φύγει, λοιπόν;»
«Δεν χρειάζεσαι ονόματα, Καπετάνιε». Ο άνδρας ακούμπησε ένα μεγάλο δερμάτινο πουγκί στο τραπέζι, και μια σφραγισμένη περγαμηνή. Το πουγκί κουδούνισε βαριά, καθώς το έσπρωχνε στο τραπέζι. Ο μεγάλος κόκκινος κέρινος κύκλος, ο οποίος κρατούσε την περγαμηνή κλειστή, είχε τον πολυάκτινο Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν. «Διακόσια προκαταβολή. Για χίλια μάρκα, νομίζω ότι δεν χρειάζεσαι ονόματα. Δώσε το αυτό, με τη σφραγίδα γερή, στον Λιμενάρχη του Μαγιέν, κι εκείνος θα σου δώσει ακόμα τριακόσια και τον επιβάτη σου. Θα σου δώσω τα υπόλοιπα όταν παραδώσεις τον επιβάτη εδώ. Αρκεί να μην έχεις προσπαθήσει να ανακαλύψεις την ταυτότητά του».
Ο Ντόμον πήρε μια βαθιά ανάσα. Μοίρα μου, θ’ άξιζε το ταξίδι, ακόμα κι αν αυτό το πουγκί ήταν η μόνη πληρωμή μου. Και τα χίλια μάρκα ήταν περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα έβγαζε καθαρά σε τρία χρόνια. Υποψιαζόταν πως, αν το σκάλιζε κι άλλο, θα άκουγε κι άλλους υπαινιγμούς, απλώς υπαινιγμούς, ότι το ταξίδι αυτό αφορούσε κρυφές συναλλαγές μεταξύ του Συμβουλίου των Εννέα του Ίλιαν και της Πρώτης του Μαγιέν. Η πόλη-κράτος της Πρώτης ήταν επαρχία του Δακρίου σ’ όλα εκτός από το όνομα, και σίγουρα θα της άρεσε η βοήθεια του Ίλιαν. Και υπήρχαν πολλοί στο Ίλιαν, που έλεγαν πως ήταν καιρός για έναν ακόμη πόλεμο, πως το Δάκρυ είχε μεγαλύτερο μερίδιο απ’ ό,τι του έπρεπε στο εμπόριο της Θάλασσας των Καταιγίδων. Ήταν το κατάλληλο δίχτυ για να τον τυλίξει, αν δεν είχε δει τρία όμοια τον περασμένο μήνα.
Άπλωσε το χέρι για να πάρει το πουγκί, και ο μοναδικός συνομιλητής του τον έσφιξε από τον καρπό. Ο Ντόμον τον αγριοκοίταξε, αλλά εκείνος του ανταπέδωσε ατάραχος το βλέμμα.