Выбрать главу

«Πρέπει να σαλπάρεις το συντομότερο δυνατόν, Καπετάνιε».

«Μόλις χαράξει», μούγκρισε ο Ντόμον, και ο άλλος ένευσε και τον άφησε.

«Μόλις χαράξει, λοιπόν, Καπετάνιε Ντόμον. Μην ξεχνάς ότι οι διακριτικοί άνθρωποι επιζούν για να ξοδέψουν τα λεφτά τους».

Ο Ντόμον παρακολούθησε με τον βλέμμα τους τρεις να φεύγουν, και μετά κοίταξε ξινά το πουγκί και την περγαμηνή στο τραπέζι μπροστά του. Κάποιος τον ήθελε να πάει ανατολικά. Στο Δάκρυ ή στο Μαγιέν, δεν είχε σημασία, αρκεί ο Ντόμον να πήγαινε ανατολικά. Του φάνηκε πως ήξερε ποιος ήταν. Μα και πάλι, δεν έχω την παραμικρή ιδέα γι’ αυτούς. Ποιος άραγε μπορούσε να ξέρει ποιοι ήταν Σκοτεινόφιλοι; Αλλά ήξερε ότι οι Σκοτεινόφιλοι τον κυνηγούσαν, πριν ακόμα αφήσει το Μάραμπον για να ξανακατέβει το ποτάμι. Σκοτεινόφιλοι και Τρόλοκ. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Η πραγματική ερώτηση, για την οποία δεν είχε απάντηση, ήταν, γιατί;

«Μπελάδες, Ντόμον;» ρώτησε η Νιέντα. «Μοιάζεις λες και είδες Τρόλοκ». Χαχάνισε, ένας ήχος εντελώς αταίριαστος για γυναίκα τόσο μεγαλόσωμη. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν είχαν πάει ποτέ στις Μεθόριες, η Νιέντα δεν πίστευε στους Τρόλοκ. Είχε προσπαθήσει να της πει την αλήθεια· απολάμβανε τις ιστορίες του, και πίστευε πως όλες ήταν ψέματα. Ούτε και στο χιόνι πίστευε.

«Κανένας μπελάς, Νιέντα». Έλυσε το πουγκί, έβγαλε ένα νόμισμα δίχως να το κοιτάξει και της το πέταξε. «Ποτά για όλους, μέχρι να σωθεί αυτό, και μετά θα σου δώσω κι άλλο».

Η Νιέντα κοίταξε το νόμισμα ξαφνιασμένα. «Μάρκο της Ταρ Βάλον! Τώρα έχεις πάρε-δώσε με τις μάγισσες, Μπέυλ;»

«Όχι», απάντησε βραχνά. «Όχι, καθόλου!»

Εκείνη δάγκωσε το κέρμα και ύστερα το έχωσε πίσω από τη φαρδιά ζώνη της. «Πάντως είναι χρυσό. Και κάτι μου λέει ότι οι μάγισσες δεν είναι τόσο κακές όσο τις παριστάνουν μερικοί. Αυτό δεν θα το έλεγα στον καθένα. Ξέρω έναν ενεχυροδανειστή που τα παίρνει. Δεν θέλω άλλο, με την αναδουλειά που έχει απόψε. Να σου βάλω μπύρα, Μπέυλ;»

Αυτός ένευσε σαστισμένος, αν και το κύπελλό του ήταν σχεδόν γεμάτο, και η Νιέντα τον άφησε κι έφυγε. Ήταν φίλη του και δεν θα μιλούσε γι’ αυτό που είχε δει. Ο Μπέυλ κάθισε κοιτάζοντας το δερμάτινο πουγκί. Η σερβιτόρα έφερε ακόμα ένα κύπελλο, πριν αυτός προλάβει να πάρει θάρρος και να το ανοίξει για να δει τα νομίσματα. Τα κούνησε με το γεμάτο κάλους δάχτυλό του. Χρυσά μάρκα άστραψαν στο φως της λάμπας, κι όλα είχαν τη Φλόγα της Ταρ Βάλον, που θα ήταν η καταδίκη του. Έδεσε βιαστικά το πουγκί. Επικίνδυνα νομίσματα. Ίσως μπορούσε να περάσει εδώ κι εκεί ένα ή δύο, αλλά τόσα μαζεμένα θα έκαναν τον κόσμο να πιστέψει αυτό ακριβώς που είχε σκεφτεί η Νιέντα. Στην πόλη υπήρχαν Τέκνα του Φωτός και, παρ’ όλο που στο Ίλιαν δεν υπήρχε νόμος που να απαγορεύει τις συναλλαγές με Άες Σεντάι, ο Μπέυλ δεν θα προλάβαινε να πάει σε δικαστή, αν το μάθαιναν τα Τέκνα. Δεν θα μπορούσε να κρατήσει τα χρήματα και να μείνει στο Ίλιαν, αυτό είχαν φροντίσει να προλάβουν οι τρεις άνδρες.

Εκεί που καθόταν και σκεφτόταν ανήσυχος, μπήκε στον Ασβό ο Γιάριν Μάελνταν, ένας μελαγχολικός ψηλολέλεκας, ο οποίος ήταν ο ύπαρχός του στο Αφρόνερο, με τα φρύδια κατεβασμένα ως τη μακριά μύτη του, και στάθηκε πάνω από το τραπέζι του καπετάνιου του. «Σκότωσαν τον Καρν, Καπετάνιο».

Ο Ντόμον τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Τρεις ακόμα άνδρες του πληρώματος του είχαν σκοτωθεί, ένας κάδε φορά που έλεγε όχι σε μια αποστολή που θα τον πήγαινε στα ανατολικά. Οι δικαστές δεν είχαν κάνει τίποτα· οι δρόμοι τις νύχτες ήταν επικίνδυνοι, είχαν πει, και οι ναύτες άνθρωποι τραχείς και καβγατζήδες. Οι δικαστές σπανίως νοιάζονταν για όσα γίνονταν στην Αρωματισμένη Συνοικία, αρκεί να μην πάθαινε τίποτα κανείς αξιοσέβαστος πολίτης.

«Μα αυτή τη φορά τους είπα ότι δέχομαι», μουρμούρισε.

«Δεν είναι μόνο αυτό, Καπετάνιε», είπε ο Γιάριν. «Τον πετσόκοψαν με μαχαίρια, σαν να ήθελαν να τους πει κάτι. Και μερικοί άλλοι προσπάθησαν να ανέβουν κρυφά στο Αφρόνερο ούτε μια ώρα πριν. Οι σκοποί των μόλων τους έδιωξαν. Τρίτη φορά σε δέκα μέρες, και δεν ξέρω κλεφτάκια του λιμανιού με τόση επιμονή. Τους αρέσει να αφήνουν τα πράγματα να καταλαγιάσουν πριν ξαναδοκιμάσουν. Κάποιοι άλλοι, πάλι, τρύπωσαν στο δωμάτιο μου στο Ασημένιο Δελφίνι χτες βράδυ. Πήραν κάτι ασημένια που έχω, και θα πίστευα ότι ήταν κλέφτες, αλλά άφησαν την αγκράφα μου σε φανερό σημείο, εκείνη με τους γρανάτες και τους σεληνόλιθους. Τι συμβαίνει, Καπετάνιε; Οι άνδρες φοβούνται, κι εγώ είμαι λιγάκι νευρικός».

Ο Ντόμον σηκώθηκε όρθιος. «Μάζεψε το πλήρωμα, Γιάριν. Βρες τους και πες τους ότι το Αφρόνερο σαλπάρει μόλις ανέβουν αρκετοί για να το κουμαντάρουν». Έχωσε την περγαμηνή στην τσέπη του πανωφοριού του, άρπαξε το πουγκί με το χρυσάφι και έσπρωξε τον ύπαρχό του να βγει από την πόρτα. «Μάζεψε τους, Γιάριν, γιατί όποιον δεν προλάβει Θα τον αφήσω να στέκει στην αποβάθρα, να μας κοιτάζει από μακριά».