Ο Ραντ αλ’Θορ, γυμνός από τη μέση και πάνω, ρίγησε με το παγερό χάδι του ανέμου και τα δάχτυλά του έσφιξαν τη μακριά λαβή του σπαθιού εξάσκησης που κρατούσε. Στον καυτό ήλιο το στήθος του γυάλιζε από τον ιδρώτα και τα σκουροκόκκινα μαλλιά του κολλούσαν στο κεφάλι του σαν μουσκεμένο χαλί. Μια αμυδρή οσμή στο στροβίλισμα του αέρα έκανε τη μύτη του να σουφρώσει, αλλά ο νους του δεν έκανε τη σύνδεση με την εικόνα ενός αρχαίου φρεσκοανοιγμένου τάφου που είδε για μια στιγμή. Ο Ραντ μόλις που αντιλαμβανόταν την οσμή, ή την εικόνα· πάσχιζε να κρατήσει το μυαλό του άσειο, όμως ο άλλος άνδρας, ο οποίος τον συντρόφευε στην κορφή του πύργου, συνεχώς εισέβαλλε στην αδειανωσύνη. Η κορφή του πύργου είχε πλάτος δέκα βημάτων και την κύκλωνε ένα τοιχάκι με πολεμίστρες, που του έφτανε ως τη μέση. Ήταν μεγάλο και με το παραπάνω, έτσι ώστε δεν θα ένιωθε στριμωγμένος, εκτός κι αν το μοιραζόταν μ’ έναν Πρόμαχο.
Αν και αρκετά νέος, ο Ραντ ήταν ψηλότερος από το κανονικό, όμως ο Λαν τον έφτανε στο μπόι κ» είχε βαρύτερους μύες, αν και οι ώμοι του δεν ήταν τόσο φαρδιοί. Μια στενή λωρίδα από πλεγμένο δέρμα κρατούσε τα μακριά μαλλιά του Πρόμαχου για να μην του πέφτουν στο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που έμοιαζε φτιαγμένο από πέτρινες ευθείες και γωνίες, ένα πρόσωπο δίχως ρυτίδες, σαν να ήθελε να διαψεύσει τα ίχνη του γκρίζου στους κροτάφους. Παρά τη ζέστη και τον κόπο, μόνο ένα ψιλό στρώμα ιδρώτα άστραφτε στο στήθος και στα μπράτσα του. Ο Ραντ κοίταξε τα παγωμένα, γαλάζια μάτια του Λαν, ψάχνοντας να βρει κάποιο ίχνος των προθέσεών του. Ο Πρόμαχος έμοιαζε να μην ανοιγοκλείνει ποτέ τα μάτια του και το σπαθί εξάσκησης στα χέρια του πηγαινοερχόταν με σίγουρες, ομαλές κινήσεις, καθώς ο Πρόμαχος άλλαζε σχάσεις με άνεση.
Το σπαθί εξάσκησης, που αντί για λεπίδα είχε ένα δεματάκι από χαλαρά δεμένα πηχάκια, έκανε δυνατό κρότο όταν χτυπούσε κάτι, και άφηνε ένα κόκκινο σημάδι όταν έπεφτε σε σάρκα. Ο Ραντ το είχε μάθει καλά. Είχε τρεις λεπτές, κόκκινες γραμμές, που έτσουζαν στα πλευρά του, και άλλη μια που έκαιγε στον ώμο του. Είχε βάλει όλες του τις δυνάμεις για να αποφύγει κι άλλα τέτοια στολίδια. Ο Λαν δεν είχε το παραμικρό σημάδι.
Όπως είχε διδαχθεί, ο Ραντ σχημάτισε μια φλόγα στο νου του και συγκεντρώθηκε σ’ αυτήν, προσπαθώντας να ρίξει εκεί όλα τα συναισθήματα και τα πάθη του, να σχηματίσει ένα κενό εντός του, μ’ όλες τις σκέψεις απ’ έξω. Η αδειανωσύνη ήρθε. Όπως συνέβαινε πολύ συχνά τώρα τελευταία, δεν ήταν τέλεια· η φλόγα υπήρχε ακόμα, ή κάποια αίσθηση φωτός, που έστελνε κυματάκια να διασχίσουν τη γαλήνη. Αλλά αρκούσε, έστω και μετά βίας. Τον τύλιξε η δροσερή γαλήνη του κενού κι έγινε ένα με το σπαθί εξάσκησης, με τις λείες πέτρες κάτω από τις μπότες του, ακόμα και με τον Λαν. Όλα ήταν ένα, και κινήθηκε δίχως σκέψεις, με ρυθμό ανάλογο του Πρόμαχου, βήμα το βήμα και κίνηση την κίνηση.
Ο άνεμος δυνάμωσε πάλι, φέρνοντας τα καμπανίσματα που ακουγόταν στην πόλη. Κάποιοι γιορτάζουν ακόμα τον ερχομό της άνοιξης. Η παρείσακτη σκέψη πετάρισε στο κενό με κύματα φωτός, ενοχλώντας την αδειανωσύνη· το σπαθί εξάσκησης στριφογύρισε στα χέρια του Λαν, σαν ο Πρόμαχος να διάβαζε το μυαλό του Ραντ.
Για αρκετή ώρα το γοργό κλακ-κλακ-κλακ των δεματιών σκέπασε την κορφή του πύργου. Ο Ραντ δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να χτυπήσει τον άλλο· μόλις που κατάφερνε να σταματά τις επιθέσεις του Πρόμαχου. Αποκρούοντας τα χτυπήματα του Λαν την ύστατη στιγμή, ήταν αναγκασμένος να οπισθοχωρεί. Η έκφραση του Λαν δεν άλλαζε καθόλου· το σπαθί εξάσκησης έμοιαζε να έχει ζωντανέψει στα χέρια του. Απότομα, πάνω στην κίνηση, μια γυριστή σπαθιά μετατράπηκε σε ευθύ χτύπημα. Ο Ραντ, έχοντας ξαφνιαστεί, έκανε πίσω, μορφάζοντας κιόλας για το χτύπημα, που ήξερε ότι αυτή τη φορά δεν θα κατάφερνε να το σταματήσει.
Ο άνεμος αλύχτησε στον πύργο... και τον παγίδευσε. Ήταν σαν ο αέρας να είχε γίνει ξαφνικά πηχτός, πιάνοντάς τον μέσα σε κουκούλι. Σπρώχνοντάς τον μπροστά. Ο χρόνος και η κίνηση επιβραδύνθηκαν· τρομαγμένος, παρακολούθησε το σπαθί εξάσκησης του Λαν να πλησιάζει αργά το στήθος του. Η πρόσκρουση δεν είχε τίποτα το αργό ή το απαλό. Τα πλευρά του έτριξαν, σαν να τα είχε χτυπήσει σφυρί. Μούγκρισε, αλλά ο άνεμος δεν του επέτρεψε να κάνει πίσω· αντίθετα, συνέχισε να τον πηγαίνει μπροστά. Τα δεμάτια του σπαθιού εξάσκησης του Λαν λύγισαν και δίπλωσαν —τόσο αργά, όπως του φαινόταν— κι έπειτα τσακίστηκαν, με μυτερές άκρες, οι οποίες σύρθηκαν προς την καρδιά του, και τραχιές γωνίες, που του τρύπησαν το δέρμα. Πόνος διέτρεξε το σώμα του· ένιωσε σαν να τον είχαν μαστιγώσει. Καιγόταν, λες κι ο ήλιος είχε κορώσει για να τον καρβουνιάσει, σαν χοιρινό στο τηγάνι.