Выбрать главу

Ο Ντόμον έσπρωξε τον Γιάριν για να το βάλει στα πόδια, και μετά προχώρησε προς τους μόλους. Ακόμα και οι κλέφτες που άκουγαν το κουδούνισμα του πουγκιού τον απέφευγαν, επειδή τώρα περπατούσε σαν άνθρωπος που πήγαινε να κάνει φόνο.

Υπήρχαν ήδη ναύτες που ανέβαιναν στο Αφρόνερο, όταν έφτασε εκεί, και άλλοι, που έτρεχαν ξυπόλυτοι στην πέτρινη αποβάθρα. Δεν ήξεραν τι φοβόταν πως τον κυνηγούσε, ούτε καν αν τον κυνηγούσε κάτι, αλλά ήξεραν ότι έβγαζε καλά κέρδη και, όπως έλεγαν κι έθιμα των Ιλιανών, έδινε μερίδιο στο πλήρωμα.

Το Αφρόνερο είχε μήκος 24 μέτρα, με δυο κατάρτια, τόσο πλατύ στο πλατύτερο σημείο του, που μπορούσε να έχει φορτίο και στο κατάστρωμα, όπως επίσης και στα αμπάρια του. Αν και ο Ντόμον είχε πει άλλα στον Καιρχινό —αν ήταν Καιρχινός— του φαινόταν πως θα άντεχε το ανοιχτό πέλαγος. Η Θάλασσα των Καταιγίδων το καλοκαίρι ήταν πιο ήρεμη.

«Πρέπει να αντέξει», μουρμούρισε, και κατέβηκε στην καμπίνα του, που ήταν στην πρύμνη.

Πέταξε το πουγκί με το χρυσάφι στο κρεβάτι του, που ήταν φτιαγμένο με προσοχή κολλητά στο κύτος, σαν όλα τα άλλα εκεί μέσα, και έβγαλε την περγαμηνή. Άναψε μια λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι, και εξέτασε το σφραγισμένο έγγραφο, γυρίζοντάς το, σα να μπορούσε να διαβάσει αυτά που έγραφε μέσα χωρίς να το ανοίξει. Ένα χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να σμίξει να φρύδια.

«Έλα».

Ο Γιάριν έχωσε το κεφάλι του. «Ήρθαν όλοι, εκτός από τρεις που δεν τους βρήκα, Καπετάνιε. Αλλά το είπα σε όλες τις ταβέρνες, τα καταγώγια και τα μαγαζιά. Θα έχουν γυρίσει στο πλοίο, πριν φωτίσει αρκετά για να ανέβουμε το ποτάμι».

«Το Αφρόνερο σαλπάρει τώρα. Προς τη θάλασσα». Ο Ντόμον έκοψε τον Γιάριν, ο οποίος διαμαρτυρόταν για το φως, για την παλίρροια, για το Αφρόνερο, που δεν ήταν φτιαγμένο για το πέλαγος. «Τώρα! Το Αφρόνερο μπορεί να περάσει από τις αμμόξερες και με άμπωτη. Δεν πιστεύω να ξέχασες πώς αρμενίζουμε με τα άστρα, ε; Βγάλε το, Γιάριν. Βγάλε το τώρα, και ξαναέλα όταν θα είμαστε πέρα από τον κυματοθραύστη».

Ο ύπαρχός του δίστασε —ο Ντόμον πάντα ήταν στο κατάστρωμα, δίνοντας διαταγές όποτε ήταν δύσκολο το πιλοτάρισμα, και τώρα, που έβγαζαν το Αφρόνερο με τη νύχτα, θα ήταν σίγουρα δύσκολο, είτε τα νερά ήταν ρηχά είτε όχι— και μετά ένευσε κι εξαφανίστηκε. Σε λίγες στιγμές τρύπωσαν στην καμπίνα του Ντόμον οι φωνές του Γιάριν, που έδινε διαταγές, και το ποδοβολητό γυμνών ποδιών. Αυτός δεν έδωσε σημασία, ακόμα κι όταν το πλοίο κλυδωνίστηκε, πέφτοντας στο ρεύμα της παλίρροιας.

Τελικά σήκωσε το θαμπόγυαλο της λάμπας και έχωσε ίνα μαχαίρι στη φλόγα. Πετάχτηκαν τολύπες καπνού, καθώς το λάδι καιγόταν πάνω στη λεπίδα, αλλά, πριν το μέταλλο κοκκινίσει, ο Ντόμον παραμέρισε τους χάρτες, έστρωσε την περγαμηνή στο γραφείο έτσι που να είναι ίσια, και άρχισε να κουνά αργά το καυτό ατσάλι κάτω από το βουλοκέρι. Η πάνω δίπλα άνοιξε.

Ήταν ένα απλό έγγραφο, χωρίς προοίμιο ή προσφώνηση, που έκανε τον ιδρώτα να κυλήσει στο μέτωπο του Ντόμον.

Ο κομιστής αυτού είναι ένας Σκοτεινόφιλος, ο οποίος καταζητείται στην Καιρχίν για δολοφονίες κι άλλα οικτρά εγκλήματα, το πιο ασήμαντο από τα οποία είναι κλοπή από το Πρόσωπό Μας. Ζητούμε από εσάς να συλλάβετε αυτόν τον άνθρωπο και να κατάσχετε ό,τι έχει στην κατοχή του, ακόμα και το πιο ασήμαντο αντικείμενο. Ο αντιπρόσωπός Μας δα έρθει για να παραλάβει ό,τι έχει κλέψει από Εμάς. Ας παραμείνουν σε σας όλα τον τα υπάρχοντα, εκτός από αυτά που θα διεκδικήσουμε, ως ανταμοιβή για τη σύλληψή του. Ας σταλεί αμέσως στην αγχόνη αυτός ο αχρείος κακούργος, ώστε η Σκιογέννητη αθλιότητά του να μην μολύνει πια το Φως.

Σφραγισμένο με το Χέρι Μας
Γκάλντριαν σου Ριάτιν Ρι
Βασιλιάς της Καιρχίν
Υπερασπιστής του Δρακότειχους

Στο λεπτό βουλοκέρι κάτω από την υπογραφή ήταν αποτυπωμένη η σφραγίδα με τον Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν και τα Πέντε Άστρα του Οίκου Ριάτιν.

«Υπερασπιστής του Δρακότειχους, μα την ηλικιωμένη γιαγιά μου», έκρωξε ο Ντόμον. «Σιγά μην έχει ακόμα το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται έτσι».

Εξέτασε εξονυχιστικά τις σφραγίδες και την υπογραφή, κρατώντας το έγγραφο κοντά στη λάμπα, με τη μύτη του να χαϊδεύει σχεδόν την περγαμηνή, μα δεν βρήκε κανένα σφάλμα, κι όσο για την υπογραφή, δεν είχε ιδέα για το γραφικό χαρακτήρα του Γκάλντριαν. Υποψιαζόταν πως, αν δεν ήταν ο ίδιος ο Βασιλιάς που το είχε υπογράψει, τότε ήταν κάποιος που είχε μιμηθεί καλά τη τζίφρα του Γκάλντριαν. Ό,τι και να ’ταν, δεν άλλαζε τίποτα. Στο Δάκρυ, αυτό το γράμμα θα ήταν η καταδίκη κάδε Ιλιανού που θα το είχε στα χέρια του. Ή στο Μαγιέν, που η Δακρινή επιρροή ήταν τόσο μεγάλη. Δεν υπήρχε πόλεμος τώρα, και άνθρωποι και από τα δύο λιμάνια πηγαινοέρχονταν ελεύθερα, αλλά στο Δάκρυ έβλεπαν τους Ιλιανούς με μισό μάτι, και το αντίστροφο. Ειδικά τώρα που υπήρχε τέτοιο πρόσχημα.