Выбрать главу

«Για το Έμπου Νταρ, Καπετάνιε;»

Λεν είναι αρκετά μακριά. Πεντακόσιες λεύγες δεν είναι τίποτα. «Θα δέσουμε μόνο για να πάρω χάρτες και να γεμίσουμε τα βαρέλια νερό, και μετά σαλπάρουμε προς τα δυτικά».

«Δυτικά, Καπετάνιε; Προς το Τρεμάλκινγκ; Οι Θαλασσινοί δεν καλοδέχονται άλλους έμπορους εκτός από τους δικούς τους».

«Στον Ωκεανό Άρυθ, Γιάριν. Το εμπόριο μεταξύ του Τάραμπον και του Άραντ Ντόμαν είναι ανεπτυγμένο, και δεν θα ’χουμε ν’ ανησυχούμε για Ταραμπονέζικα ή Ντομανικά πλοία. Άκουσα ότι δεν τους αρέσει η θάλασσα. Κι αυτές οι πολιτειούλες στο Τόμαν Χεντ, που κρατούν την ανεξαρτησία τους απ’ όλα τα έθνη. Θα μπορούμε μάλιστα να φορτώσουμε Σαλδικές γούνες και παγοπιπεριές, που θα τις κατεβάζουν από το Μπάνταρ Έμπαν».

Ο Γιάριν αργοκούνησε το κεφάλι. Ο νους του πάντα πήγαινε στα χειρότερα, αλλά ήταν καλός ναύτης. «Οι γούνες και οι πιπεριές εκεί θα κοστίζουν περισσότερο απ’ όσο αν ανεβαίναμε το ποτάμι να τις πάρουμε, Καπετάνιε. Και άκουσα ότι γίνεται κάποιος πόλεμος εκεί. Αν το Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν πολεμούν, ίσως να ’χει κοπεί το εμπόριο. Αμφιβάλλω ότι θα βγάλουμε κάτι μονάχα από τις πόλεις στο Τόμαν Χεντ, ακόμα κι αν είναι ασφαλείς. Το Φάλμε είναι η μεγαλύτερη, και δεν είναι μεγάλη».

«Οι Ταραμπονέζοι και οι Ντομανοί πάντα τσακώνονταν για την Πεδιάδα Άλμοθ και το Τόμαν Χεντ. Ακόμα κι αν αυτή τη φορά πιάστηκαν στα χέρια, κάποιος που έχει τα μάτια τέσσερα μπορεί να βρει ευκαιρίες για εμπόριο. Δυτικά, Γιάριν».

Όταν ο Γιάριν είχε ανέβει στην κουβέρτα, ο Ντόμον πρόσθεσε γοργά τον άσπρο και μαύρο δίσκο στο ντουλαπάκι και στρίμωξε τα υπόλοιπα στο βάθος του σεντουκιού. Είτε είναι Σκοτεινόφιλοι είτε Άες Σεντάι, δεν θα τρέξω εκεί που θέλουν. Που να με φάει η μοίρα μου, όχι.

Νιώθοντας ασφαλής, για πρώτη φορά μετά από μήνες, ο Ντόμον ανέβηκε στο κατάστρωμα, καθώς το Αφρόνερο έστριβε για να πιάσει τον άνεμο και να στρίψει πλώρη δυτικά, στη σκοτεινή θάλασσα.

10

Το Κυνήγι Αρχίζει

Ο Ίνγκταρ τους είχε βάλει να τρέχουν με πιο γρήγορο ρυθμό απ’ όσο θα έπρεπε για αρχή μακρινού ταξιδιού, τόσο γρήγορα που ο Ραντ ανησυχούσε λιγάκι για τα άλογα. Τα ζώα μπορούσαν να τροχάζουν επί ώρες, αλλά είχαν σχεδόν όλη τη μέρα μπροστά τους και, το πιθανότερο, πολλές μέρες ακόμα μετά. Από την έκφραση του Ίνγκταρ, όμως, του Ραντ του έμοιαζε ότι ο άλλος σκόπευε να πιάσει τους κλέφτες του Κέρατος από την πρώτη μέρα, από την πρώτη ώρα. Ο Ραντ δεν θα ξαφνιαζόταν αν το έκανε, κρίνοντας από τη φωνή του Ίνγκταρ, όταν έδινε τον όρκο στην Έδρα της Άμερλιν. Όμως κράτησε το στόμα του κλειστό. Ο Άρχοντας Ίνγκταρ είχε το πρόσταγμα· όσο φιλικά κι αν είχε φερθεί του Ραντ, δεν θα εκτιμούσε έναν βοσκό που έδινε συμβουλές.

Ο Χούριν ήταν ένα βήμα πίσω από τον Ίνγκταρ, αλλά ήταν ο μυριστής αυτός που τους οδηγούσε προς το νότο, δείχνοντας το δρόμο στον Ίνγκταρ, Η περιοχή ήταν γεμάτη λόφους, που ψήλωναν και χαμήλωναν απαλά, με πυκνά έλαια και σημύδες και βαλανιδιές, αλλά η διαδρομή που ακολουθούσε ο Χούριν τους πήγαινε ίσια, σχεδόν σαν βέλος, χωρίς να στρίβουν, παρά μόνο όταν έκαναν το γύρο κάποιων από τους λιγοστούς ψηλούς λόφους, όπου ο δρόμος ήταν φανερά πιο σύντομος απ’ όσο αν πήγαιναν ευθεία. Το λάβαρο με τη Γκρίζα Κουκουβάγια πετάριζε στον άνεμο.

Ο Ραντ προσπάθησε να μείνει κοντά στον Ματ και τον Πέριν, μα, όταν άφησε το άλογό του να κόψει ταχύτητα και να τους πλησιάσει, ο Ματ σκούντηξε τον Πέριν, και ο Πέριν, απρόθυμα, κάλπασε στην αρχή της φάλαγγας μαζί με τον Ματ. Ο Ραντ σκέφτηκε ότι δεν είχε νόημα να μείνει πίσω μόνος του κι έτσι ξαναπήγε προς τα μπροστά. Εκείνοι ξανάμειναν πίσω, πάλι με τον Ματ να προτρέπει τον Πέριν.

Να πάνε να καούν. Το μόνο που Θέλω είναι να ζητήσω συγνώμη. Ένιωθε μοναξιά. Το χειρότερο ήταν που ήξερε ότι το λάθος ήταν δικό του.

Ο Ούνο αφίππευσε στην κορυφή ενός λόφου για να εξετάσει το χώμα που ήταν σκαμμένο από οπλές. Σκάλισε τις κοπριές των αλόγων και γρύλισε, «Γρήγορα πάνε οι καμένοι, Άρχοντά μου». Με τη φωνή που είχε, έμοιαζε να φωνάζει όταν απλώς μιλούσε. «Δεν κερδίσαμε ούτε ώρα. Που να καώ, μπορεί να χάσαμε μια ώρα. Οι καμένοι, θα τα σκοτώσουν τ’ άλογά τους έτσι που πάνε». Άγγιξε με το δάχτυλο το αποτύπωμα μιας οπλής. «Δεν είναι άλογο αυτό. Τρόλοκ. Κι έχει κατσικοπόδαρα πιο εκεί, που να καούν».

«Θα τους πιάσουμε», είπε βλοσυρά ο Ίνγκταρ.

«Τα άλογά μας, Άρχοντά μου. Άδικος κόπος, αν τα σκάσουμε πριν τους βρούμε τους καμένους, Άρχοντά μου. Ακόμα κι αν σκοτώσουν τα άλογά τους, οι Τρόλοκ μπορούν να αντέξουν πιο πολύ από τα άλογα».

«Θα τους πιάσουμε. Στο άλογο, Ούνο».

Ο Ούνο κοίταξε τον Ραντ με το ένα μάτι του, έπειτα σήκωσε τους ώμους και ανέβηκε στη σέλα. Ο Ίνγκταρ τους κατέβασε τρέχοντας στην κατηφόρα, γλιστρώντας σχεδόν ως κάτω, και ανέβηκε την επόμενη πλαγιά καλπάζοντας.