Выбрать главу

Ο Ραντ είχε μείνει ασάλευτος από τη στιγμή που ο Ίνγκταρ είχε αναφέρει τη Μουαραίν. Κοίταζε τα πανωφόρια. Τι ετοιμάζει; Ό,τι κι αν είναι, δεν θα με χρησιμοποιήσει κανείς. Τα ξαναμάζεψε όλα και έχωσε το μπόγο στο κοφίνι. Μπορώ να πάω γυμνός, σκέφτηκε πικρόχολα.

Οι Σιναρανοί μαγείρευαν εναλλάξ, όταν ήταν σε εκστρατεία, και ο Μασέμα ανακάτευε την κατσαρόλα τη στιγμή που ο Ραντ ξαναγύρισε στις φωτιές. Η μυρωδιά της σούπας από γογγύλια, κρεμμύδια και ξεραμένο κρέας απλώθηκε πάνω από το στρατόπεδο. Πρώτα σερβιρίστηκε ο Ίνγκταρ και ύστερα ο Ούνο, όμως όλοι οι άλλοι έμπαιναν στην ουρά όπως έρχονταν. Ο Μασέμα άδειασε μπόλικο βραστό με την κουτάλα στο πιάτο του Ραντ· ο Ραντ έκανε βιαστικά ένα βήμα πίσω για να μην χυθεί στο πανωφόρι του και έδωσε τη θέση του στον επόμενο, ενώ ρουφούσε τον καμένο αντίχειρά του. Ο Μασέμα τον κοίταζε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, που όμως δεν έφτανε ως τα μάτια του. Μέχρι τη στιγμή που ο Ούνο πλησίασε και του έδωσε μια στο κεφάλι.

«Που να καείς, δεν φέραμε παραπανίσιο για να το πετάς στο χώμα». Ο μονόφθαλμος κοίταξε τον Ραντ και έφυγε. Ο Μασέμα έτριψε το αυτί του, αλλά αγριοκοίταζε τον Ραντ.

Ο Ραντ πήγε κοντά στον Ίνγκταρ και τον Λόιαλ, οι οποίοι κάθονταν κατάχαμα κάτω από μια πλατιά βαλανιδιά. Ο Ίνγκταρ είχε βγάλει το κράνος, που ήταν στο χώμα δίπλα του, αλλά φορούσε όλη την υπόλοιπη πανοπλία του. Ο Ματ κοίταξε κοροϊδευτικά το πανωφόρι του Ραντ, αλλά ο Πέριν μόλις που σήκωσε το βλέμμα, με τα χρυσά μάτια του να αστράφτουν στο αδύνατο φως που έφτανε από τις φωτιές, και ξανάσκυψε στο πιάτο του.

Τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν έφυγαν.

Κάθισε σταυροπόδι με τον Ίνγκταρ ανάμεσά τους. «Μακάρι να ’ξερα γιατί ο Ούνο με κοιτάζει έτσι. Μάλλον αυτό το παλιοπανωφόρι φταίει».

Ο Ίνγκταρ τον κοίταξε σκεφτικά, ενώ μασούσε το βραστό του. Στο τέλος είπε, «Το δίχως άλλο, ο Ούνο αναρωτιέται αν είσαι άξιος για μια λεπίδα με το σήμα του ερωδιού». Ο Ματ ξεφύσηξε δυνατά, μα ο Ίνγκταρ συνέχισε χωρίς παύση. «Μην σε ενοχλεί ο Ούνο. Και του Άρχοντα Άγκελμαρ θα του φερόταν σαν να ήταν άμαθος νεοσύλλεκτος, αν μπορούσε. Ε, ίσως όχι στον Άγκελμαρ, αλλά σε όλους τους άλλους. Έχει στόμα οχετό, αλλά δίνει καλές συμβουλές. Φυσικό είναι· πολεμά σε εκστρατείες προτού ακόμα γεννηθώ. Άκου τις συμβουλές του, μη δίνεις σημασία στη γλώσσα του και θα τα πας καλά με τον Ούνο».

«Νόμιζα ότι ήταν σαν τον Μασέμα». Ο Ραντ έχωσε μια μπουκιά βραστό στο στόμα του. Έκαιγε, αλλά την κατάπιε. Το στομάχι του γουργούρισε, θυμίζοντας του ότι καιρός ήταν να φάει επιτέλους. Αναρωτήθηκε αν θα βοηθούσε την κατάσταση, λέγοντας στον Μασέμα ότι του άρεσε το φαγητό. «Ο Μασέμα κάνει σαν να με μισεί, δεν το καταλαβαίνω».

«Ο Μασέμα υπηρέτησε τρία χρόνια στα Ανατολικά Σύνορα», είπε ο Ίνγκταρ. «Στο Άνκορ Ντάιλ, εναντίον των Αελιτών». Κατσούφιασε, ανακάτεψε το βραστό με το κουτάλι του. «Πρόσεξε, εγώ δεν ρωτάω τίποτα. Αν ο Λαν Ντάι Σαν και η Μουαραίν Σεντάι Θέλουν να λένε ότι είσαι από το Άντορ, από τους Δύο Ποταμούς, τότε από κει είσαι. Αλλά ο Μασέμα δεν μπορεί να ξεχάσει την όψη των Αελιτών και, όταν σε βλέπει,..» Σήκωσε τους ώμους. «Δεν ρωτάω τίποτα».

Ο Ραντ έριζε το κουτάλι στο πιάτο του αναστενάζοντας. «Όλοι νομίζουν ότι είμαι κάποιος που δεν είμαι. Είμαι από τους Δύο Ποταμούς, Ίνγκταρ. Καλλιεργούσα ταμπάκ με — με τον πατέρα μου και πρόσεχα τα πρόβατά του. Αυτό είμαι. Αγρότης και βοσκός από τους Δύο Ποταμούς».

«Από τους Δύο Ποταμούς είναι», είπε περιφρονητικά ο Ματ. «Μαζί μου μεγάλωσε, άλλο που τώρα δεν το δείχνει. Αν του καρφωθούν στο μυαλό αυτές οι χαζομάρες για τους Αελίτες, μαζί με τα άλλα που σκέφτεται, το Φως μόνο ξέρει τι θα γίνει. Μπορεί Αελίτης άρχοντας».

«Όχι», είπε ο Λόιαλ, «έχει την κοψιά. Θυμάσαι, Ραντ, που το σχολίασα κάποτε, αν και νόμιζα ότι μου είχε φανεί, επειδή τότε δεν ήξερα καλά εσάς τους ανθρώπους. Το θυμάσαι; ‘Μέχρι να μην υπάρχει πια απόσκιο, μέχρι να μην υπάρχει πια νερό, στη Σκιά με τα δόντια γυμνωμένα, ουρλιάζοντας αδάμαστοι με την τελευταία ανάσα, για να φτύσουμε στο μάτι του Τυφλωτή την Τελευταία Μέρα’. Το θυμάσαι, Ραντ».

Ο Ραντ κοίταξε το πιάτο του. Αν τυλίξεις ένα σούφα γύρω από το κεφάλι σου, θα είσαι ίδιος κι απαράλλαχτος με Αελίτη. Το είχε πει ο Γκάγουιν, ο αδελφός της Ηλαίην, της Κόρης-Διαδόχου του Άντορ. Όλοι νομίζουν ότι είμαι κάποιος που δεν είμαι.

«Τ» σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Ματ. «Που λέει ότι θα φτύσουν στο μάτι του Σκοτεινού».

«Οι Αελίτες λένε ότι μέχρι τότε θα πολεμούν», είπε ο Ίνγκταρ, «και δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Με εξαίρεση τους πραματευτές και τους βάρδους, οι Αελίτες χωρίζουν τον κόσμο στα δύο. Σε Αελίτες και εχθρούς. Αυτό άλλαξε για την Καιρχίν πριν από πεντακόσια χρόνια, για λόγους που μόνο οι Αελίτες καταλαβαίνουν, αλλά δεν νομίζω να κ» ξανακάνουν».