«Μάλλον όχι», στέναξε ο Λόιαλ. «Αλλά αφήνουν τους Τουάθα’αν, τους Ταξιδιώτες, να μπαίνουν στην Ερημιά. Μερικές φορές οι Αελίτες έρχονται στο Στέντιγκ Σανγκτάι για να ανταλλάξουν δικά τους πράγματα με τραγουδισμένο ξύλο. Αλλά είναι σκληρός λαός».
Ο Ίνγκταρ ένευσε. «Μακάρι να είχα μερικούς τόσο σκληρούς. Έστω και στο μισό τους».
«Τι είναι αυτό, αστείο;» Ο Ματ γέλασε. «Αν έτρεχα ένα μίλι φορώντας τα σίδερα που κουβαλάτε, θα έπεφτα κάτω και θα κοιμόμουν μια βδομάδα. Εσείς τρέχατε τόσα μίλια σήμερα».
«Οι Αελίτες είναι σκληροί», είπε ο Ίνγκταρ. «Άνδρες και γυναίκες, όλοι σκληροί. Τους πολέμησα και ξέρω. Τρέχουν πενήντα μίλια και μετά πολεμούν. Είναι ο θάνατος αυτοπροσώπως, είτε με όπλα, είτε χωρίς. Με εξαίρεση τα σπαθιά. Για κάποιον λόγο, δεν πιάνουν σπαθί στο χέρι. Ούτε και ιππεύουν άλογα, όχι ότι τα χρειάζονται. Αν έχεις σπαθί και ο Αελίτης είναι με γυμνά χέρια, τότε ο αγώνας είναι δίκαιος. Αν είσαι καλός. Βοσκούν βόδια και κατσίκια εκεί που εγώ κι εσύ θα πεθαίναμε από δίψα πριν βραδιάσει. Φτιάχνουν τα χωριά τους σκαλίζοντας πελώρια μυτερά βράχια εκεί στην Ερημιά. Ζουν εκεί σχεδόν από το Τσάκισμα. Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος προσπάθησε να τους ξετρυπώσει και έφαγε τα μούτρα του, ήταν οι μόνες βαριές ήττες του. Τη μέρα ο αέρας στην Ερημιά του Άελ τρεμοπαίζει από τη λάβρα, και τη νύχτα παγώνει. Κι αν ρωτήσεις Αελίτη, θα σε καρφώσει με το γαλανό βλέμμα του και θα σου πει ότι δεν υπάρχει άλλο μέρος που θα προτιμούσε να ζει. Και δεν θα σου λέει ψέματα. Αν προσπαθούσαν ποτέ να βγουν, δύσκολα θα τους σταματούσαμε. Ο Πόλεμος των Αελιτών κράτησε τρία χρόνια, και τότε ήταν μόνο τέσσερις από τις δεκατρείς φατρίες τους».
«Τα γκρίζα μάτια που πήρε από τη μάνα του δεν σημαίνουν ότι είναι Αελίτης», είπε ο Ματ.
Ο Ίνγκταρ σήκωσε τους ώμους. «Όπως είπα, δεν ρωτάω τίποτα».
Όταν τελικά ο Ραντ ξάπλωσε να κοιμηθεί, το κεφάλι του βούιζε από ανεπιθύμητες ερωτήσεις. Απαράλλαχτος με Αελίτη. Αν η Μουαραίν Σεντάι θέλει να λέει ότι είσαι από τους Δύο Ποταμούς. Οι Αελίτες έφτασαν ως την Ταρ Βάλον, ρημάζοντας τα πάντα στο δρόμο τους. Γεννημένος στις πλαγιές του Όρους του Δράκοντα. Ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας.
«Δεν θα με χρησιμοποιήσουν», μουρμούρισε, αλλά ο ύπνος άργησε να έρθει.
Ο Ίνγκταρ μάζεψε το στρατόπεδο πριν χαράξει ο ήλιος. Είχαν φάει πρωινό και κάλπαζαν προς το νότο, ενώ τα σύννεφα στην ανατολή κοκκίνιζαν από την αυγή που ερχόταν και η δροσιά ακόμα έσταζε από τα φύλλα. Αυτή τη φορά ο Ίνγκταρ έστειλε μπροστά ανιχνευτές και, παρ’ όλο που ο ρυθμός ήταν γρήγορος, δεν ήταν τόσο σκληρός που να σκοτώνει άλογα. Ο Ραντ σκέφτηκε πως ίσως ο Ίνγκταρ καταλάβαινε ότι δεν Θα τους προλάβαιναν σε μια μέρα. Τα ίχνη ακόμα οδηγούσαν προς το νότο, είχε πει ο Χούριν. Μέχρι τη στιγμή που γύρισε καλπάζοντας ένας ανιχνευτής, δυο ώρες μετά την ανατολή του ήλιου.
«Εγκαταλειμμένο στρατόπεδο μπροστά, Άρχοντά μου. Εκεί πέρα, στην κορυφή του λόφου. Πρέπει να ήταν τουλάχιστον τριάντα-σαράντα χτες το βράδυ, Άρχοντά μου».
Ο Ίνγκταρ σπιρούνιασε το άλογο σαν να του είχε πει ότι οι Σκοτεινόφιλοι ήταν ακόμα εκεί, και ο Ραντ τον ακολούθησε αμέσως, αλλιώς θα τον τσαλαπατούσαν οι Σιναρανοί, που ανηφόριζαν καλπάζοντας πίσω του στο λόφο.
Δεν είχε πολλά να δουν. Υπήρχαν οι παγωμένες στάχτες από τις φωτιές, οι οποίες ήταν καλά κρυμμένες στα δέντρα, με πεταμένα εκεί τα απομεινάρια του φαγητού, όπως φαινόταν. Ένας σωρός σκουπιδιών, υπερβολικά κοντά στις φωτιές, στον οποίο είχαν ήδη αρχίσει να βουίζουν οι μύγες.
Ο Ίνγκταρ κράτησε τους άλλους πίσω και ξεπέζεψε για να προχωρήσει στο στρατόπεδο μαζί με τον Ούνο, εξετάζοντας το χώμα. Ο Χούριν γύρισε την περίμετρο της περιοχής και οσφραινόταν. Ο Ραντ έμεινε στο άτι του μαζί με τους άλλους άνδρες· δεν είχε διάθεση να δει από κοντά ένα μέρος στο οποίο είχαν στρατοπεδεύσει Τρόλοκ και Σκοτεινόφιλοι. Κι ένας Ξέθωρος. Και κάτι χειρότερο.
Ο Ματ ανηφόρισε το λόφο πεζός και πλησίασε το μέρος. «Έτσι είναι τα στρατόπεδα των Σκοτεινόφιλων; Βρωμάει λιγάκι, αλλά δεν μπορώ να πω ότι φαίνεται διαφορετικό από άλλα». Κλώτσησε ένα σωρό στάχτες, ρίχνοντας ένα καμένο κόκαλο, κι έσκυψε να το πάρει. «Τι τρώνε οι Σκοτεινόφιλοι; Δεν μοιάζει με κόκαλο από πρόβατο ή αγελάδα».
«Έγινε φόνος εδώ», είπε Θλιμμένα ο Χούριν. Έτριψε τη μύτη του μ’ ένα μαντήλι. «Χειρότερα από φόνο».
«Υπήρχαν Τρόλοκ εδώ», είπε ο Ίνγκταρ, κοιτάζοντας τον Ματ. «Φαντάζομαι ότι πείνασαν και είχαν πρόχειρους τους Σκοτεινόφιλους». Ο Ματ έριξε κάτω το μαυρισμένο κόκαλο· φαινόταν έτοιμος να κάνει εμετό.
«Δεν πηγαίνουν πια προς το νότο, Άρχοντά μου», είπε ο Χούριν. Η προσοχή όλων στράφηκε πάνω του. Έδειξε προς τα βορειοανατολικά. «Ίσως τελικά αποφάσισαν να πάνε κατά τη Μάστιγα. Να κάνουν κύκλο γύρω μας. Μπορεί απλώς να προσπαθούσαν να μας παραπλανήσουν, πηγαίνοντας πρώτα νότια». Δεν έδειχνε να το πιστεύει. Φαινόταν μπερδεμένος.