«Ό,τι και να ’θελαν», είπε απότομα ο Ίνγκταρ, «τώρα θα τους πιάσω. Στ’ άλογα!»
«Ξανάλλαξαν πορεία, Άρχοντά μου. Πάλι νότια. Και σκότωσαν κάποιον άλλον εδώ».
Δεν υπήρχαν στάχτες εκεί, στο λάκκωμα ανάμεσα στους δύο λόφους, αλλά με σύντομη έρευνα βρήκαν το πτώμα. Ένας άνδρας κουλουριασμένος, χωμένος κάτω από Θάμνους. Το πίσω μέρος του κεφαλιού του ήταν τσακισμένο και τα μάτια του ακόμα γούρλωναν από την ορμή του χτυπήματος. Κανένας δεν τον αναγνώρισε, αν και φορούσε Σιναρανό ρούχα.
«Δεν θα χασομερήσουμε θάβοντας Σκοτεινόφιλους», μούγκρισε ο Ίνγκταρ. «Πάμε νότια». Υπάκουσε στα λόγια του σχεδόν πριν τα ξεστομίσει.
Η μέρα όμως ήταν ίδια με την προηγούμενη. Ο Ούνο εξέτασε τα αχνάρια καν ας καβαλίνες και είπε όχι είχαν κερδίσει έδαφος για τη λεία τους. Το σούρουπο ήρθε χωρίς να έχουν δει Τρόλοκ ή Σκοτεινόφιλους, και το επόμενο πρωί βρήκαν άλλο ένα εγκαταλειμμένο στρατόπεδο —όπου είχε γίνει άλλος ένας φόνος, έτσι είπε ο Χούριν— και είδαν ότι οι άλλοι είχαν αλλάξει πάλι κατεύθυνση και πήγαιναν προς τα βορειοδυτικά. Δυο ώρες δρόμο πιο πέρα, βρήκαν άλλο ένα πτώμα, έναν άνδρα που του είχαν ανοίξει το κρανίο με τσεκούρι, και η λεία είχε αλλάξει πάλι κατεύθυνση. Πάλι προς τα νότια. Κερδίζοντας πάλι έδαφος, κατά τον Χούριν, που εξέτασε τα ίχνη. Και πάλι δεν είδαν τίποτα, εκτός από μακρινά αγροκτήματα, ως το ηλιοβασίλεμα. Και η άλλη μέρα ήταν ίδια, αλλαγές κατεύθυνσης, με φόνους και τα λοιπά. Το ίδιο και η επόμενη.
Κάθε μέρα τους έφερνε πιο κοντά στο θήραμά τους, αλλά τον Ίνγκταρ δεν τον χωρούσε ο τόπος. Πρότεινε να συνεχίσουν ευθεία, ένα πρωί που τα ίχνη άλλαξαν κατεύθυνση —σίγουρα θα έβγαιναν στη διαδρομή των άλλων, όταν εκείνοι θα ξανάστριβαν προς το νότο, και έτσι θα κέρδιζαν χρόνο— αλλά, πριν προλάβει να μιλήσει κανείς, είπε ο ίδιος ότι ήταν κακή ιδέα, αφού ίσως αυτή τη φορά οι κυνηγημένοι δεν γυρνούσαν νότια. Προέτρεψε τους άνδρες να κάνουν πιο γρήγορα, να ξεκινούν νωρίτερα και να προχωρούν μέχρι να πέσει το βαθύ σκοτάδι. Τους θύμισε το έργο που τους είχε αναθέσει η Έδρα της Άμερλιν, να ξαναβρούν το Κέρας του Βαλίρ και να μην αφήσουν τίποτα να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο τους. Είπε όχι θα δοξάζονταν, ότι τα ονόματά τους θα τα έγραφε η ιστορία και τα παραμύθια, θα έλεγαν γι’ αυτούς οι αφηγήσεις των βάρδων και τα τραγούδια των τραγουδιστών, για κείνους που βρήκαν το Κέρας. Μιλούσε χωρίς σταματημό, και κοίταζε το μονοπάτι που ακολουθούσαν σαν να ήταν στην άκρη του η ελπίδα του Φωτός. Ακόμα και ο Ούνο τον στραβοκοίταζε.
Κι έτσι έφτασαν στον Ποταμό Ερίνιν.
Γνώμη του Ραντ ήταν πως δεν ήταν σωστό να λέγεται χωριό. Καθόταν στο άλογά του ανάμεσα στα δέντρα και κοίταζε πεντ’ έξι σπιτάκια με ξυλοκέραμα και πρόστεγα, τα οποία έπεφταν σχεδόν ως το έδαφος, πάνω σε μια λοφοκορφή με θέα το ποτάμι που κυλούσε ήρεμα κάτω από τον πρωινό ήλιο. Λίγοι άνθρωποι πατούσαν σε αυτόν το δρόμο. Είχαν περάσει λίγες μόνο ώρες από τότε που είχαν μαζέψει το στρατόπεδό τους, αλλά ήταν πια ώρα να βρουν τα απομεινάρια του διαλείμματος των Σκοτεινόφιλων, αν επαναλαμβανόταν πάλι το ίδιο. Δεν είχαν δει όμως τίποτα παρόμοιο.
Το ποτάμι δεν ήταν σαν τον θαυμαστό Ερίνιν των ιστοριών, τόσο μακριά από την πηγή του στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου. Είχε πλάτος περίπου εξήντα απλωσιές, τα νερά του άφριζαν ορμητικά και κατά μήκος του φύτρωναν δέντρα, και τις όχθες ένωνε ένα πέραμα με χοντρό σκοινί, το οποίο πιο πολύ έμοιαζε με σχεδία. Το πέραμα ήταν αραγμένο στην άλλη πλευρά.
Αντίθετα από τις άλλες φορές, τα ίχνη οδηγούσαν κατευθείαν σ’ αυτό το κατοικημένο μέρος. Ευθεία προς τα σπίτια στο λόφο. Δεν φαινόταν η παραμικρή κίνηση στον ένα και μοναδικό χωματόδρομο, γύρω από τον οποίο ήταν μαζεμένα τα σπιτάκια.
«Ενέδρα, Άρχοντά μου;» είπε χαμηλόφωνα ο Ούνο.
Ο Ίνγκταρ έδωσε τις ανάλογες διαταγές και οι Σιναρανοί σήκωσαν τις λόγχες τους και απλώθηκαν για να περικυκλώσουν τα σπίτια. Μ’ ένα σήμα του χεριού του Ίνγκταρ, κάλπασαν ανάμεσα στα σπίτια, ερχόμενοι από τέσσερις κατευθύνσεις, με τα βλέμματα να ψάχνουν, τις λόγχες έτοιμες, τη σκόνη να υψώνεται από τις οπλές των αλόγων. Τίποτα δεν σάλευε εκτός από αυτούς. Τράβηξαν τα χαλινάρια και η σκόνη άρχισε να κατακαθίζει.
Ο Ραντ επέστρεψε στη φαρέτρα το βέλος που είχε βάλει στη χορδή τεντώνοντάς την, και ξανακρέμασε το τόξο στην πλάτη του. Ο Ματ και ο Πέριν έκαναν το ίδιο. Ο Λόιαλ και ο Χούριν απλώς περίμεναν εκεί που τους είχε αφήσει ο Ίνγκταρ, παρακολουθώντας με ταραχή.