Выбрать главу

Ο Ίνγκταρ ανέμισε το χέρι, και ο Ραντ με τους άλλους πλησίασαν τους Σιναρανούς.

«Δεν μου αρέσει η μυρωδιά αυτού του μέρους», μουρμούρισε ο Πέριν, καθώς περνούσαν ανάμεσα στα σπίτια. Ο Χούριν τον κοίταξε, κι αυτός του αντιγύρισε το βλέμμα, ώσπου ο Χούριν χαμήλωσε τα μάτια. «Μυρίζει κάτι άσχημο».

«Οι καμένοι οι Σκοτεινόφιλοι και οι Τρόλοκ πέρασαν ίσια από δω, Άρχοντά μου», είπε ο Ούνο, δείχνοντας μερικά ίχνη που δεν τα είχαν χαλάσει ο; Σιναρανοί. «Ευθεία ως το γιδόφιλο το πέραμα, και το άφησαν από την άλλη μεριά, που να καούν. Μα το αίμα και τις στάχτες! Τυχεροί είμαστε που δεν το έκοψαν να το πάρει το ποτάμι».

«Που είναι ο κόσμος;» ρώτησε ο Λόιαλ.

Οι πόρτες έχασκαν, οι κουρτίνες ανέμιζαν στα ανοιχτά παράθυρα, αλλά κανένας δεν είχε βγει, παρά το ποδοβολητό των οπλών.

«Ψάξτε τα σπίτια», πρόσταξε ο Ίνγκταρ. Οι άνδρες ξεπέζεψαν κι έτρεξαν να υπακούσουν, αλλά γύρισαν κουνώντας το κεφάλι.

«Χάθηκαν, Άρχοντά μου», είπε ο Ούνο. «Εξαφανίστηκαν, που να καώ. Σαν να τα μάζεψαν όλα και να έφυγαν μέρα-μεσημέρι». Ξαφνικά σταμάτησε, δείχνοντας βιαστικά ένα σπίτι πίσω από τον Ίνγκταρ. «Είναι μια γυναίκα στο παράθυρο. Πώς μου ξέφυγε, μα το αίμα...» Έτρεξε προς το σπίτι, πριν προλάβει να κουνηθεί κανείς άλλος.

«Μην την τρομάξεις!» φώναξε ο Ίνγκταρ. «Ούνο, χρειαζόμαστε πληροφορίες. Που να σε τυφλώσει το Φως, Ούνο, μην την τρομάξεις!» Ο μονόφθαλμος χώθηκε στην ανοιχτή πόρτα. Ο Ίνγκταρ ύψωσε πάλι τη φωνή του. «Δεν θα σε πειράξουμε, καλή μου κυρία. Είμαστε οι ορκοδοσμένοι του Άρχοντα Άγκελμαρ, από το Φαλ Ντάρα. Μην φοβάσαι! Δεν θα σε πειράξουμε».

Ένα παράθυρο άνοιξε απότομα στο πάνω μέρος του σπιτιού, και ο Ούνο έβγαλε το κεφάλι, κοιτάζοντας γύρω σαν σαλεμένος. Πέταξε μια βλαστήμα και ξαναμπήκε μέσα. Κρότοι και γδούποι έδειχναν τη διαδρομή του εκεί μέσα, σαν να κλωτσούσε έπιπλα μέσα στον εκνευρισμό του. Τελικά φάνηκε στην είσοδο.

«Έφυγε, Άρχοντά μου. Αλλά ήταν εκεί. Μια γυναίκα με άσπρο φόρεμα, στο παράθυρο. Την είδα. Νόμισα ότι την είδα και μέσα για μια στιγμή, αλλά χάθηκε, και...» Ανάσανε βαθιά. «Το σπίτι είναι άδειο, Άρχοντά μου». Το ότι δεν έβριζε έδειχνε πόσο αναστατωμένος ήταν.

«Οι κουρτίνες», μουρμούρισε ο Ματ. «Τον γέλασαν οι κουρτίνες, που να καούν». Ο Ούνο του έριξε μια αιχμηρή ματιά και ξαναγύρισε στο άλογό του.

«Πού πήγαν;» ρώτησε ο Ραντ τον Λόιαλ. «Λες να το έσκασαν όταν ήρθαν οι Σκοτεινόφιλοι;» Και οι Τρόλοκ, κι ένας Μυρντράαλ. Και κάτι ακόμα χειρότερο, όπως έλεγε ο Χούριν. Ήταν έξυπνοι άνθρωποι, αν το έβαλαν στα πόδια.

«Φοβάμαι πως τους πήραν οι Σκοτεινόφιλοι, Ραντ», είπε αργά τι Λόιαλ. Έκανε ένα μορφασμό, που έμοιαζε σαν να έδειχνε με αγριάδα τα δόντια του, έτσι πλατιά που ήταν η μύτη του, σαν μουσούδα ζώου. «Για τους Τρόλοκ». Ο Ραντ ξεροκατάπιε και ευχήθηκε να μην είχε ρωτήσει· δεν έκανε για ευχάριστες σκέψεις ο τρόπος που τρέφονταν οι Τρόλοκ.

«Ό,τι κι αν έγινε εδώ», είπε ο Ίνγκταρ, «το έκαναν οι Σκοτεινόφιλοί μας. Χούριν, υπήρξε βία εδώ; Σκοτωμοί; Χούριν!»

Ο μυριστής αναπήδησε στη σέλα του και κοίταξε αναστατωμένος ολόγυρα. Ατένιζε το ποτάμι. «Βία, Άρχοντά μου; Ναι. Σκοτωμοί; Όχι. Ή όχι ακριβώς». Κοίταξε λοξά τον Πέριν. «Πρώτη φορά μυρίζω τέτοιο πράγμα, Άρχοντά μου. Αλλά υπήρχε πόνος».

«Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πέρασαν απέναντι; Μήπως αναδιπλώθηκαν;»

«Πέρασαν, Άρχοντά μου». Ο Χούριν κοίταξε ανήσυχος την απέναντι όχθη. «Πέρασαν. Τι όμως έκαναν στην άλλη μεριά...» Σήκωσε τους ώμους.

Ο Ίνγκταρ ένευσε. «Ούνο, θέλω το πέραμα να έρθει στη δική μας μεριά. Και θέλω να πάνε ανιχνευτές απέναντι πριν περάσουμε. Μπορεί να μην υπήρχε ενέδρα εδώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα καραδοκούν, περιμένοντας να μας χωρίσει το ποτάμι. Αυτό το πέραμα δεν μοιάζει αρκετά μεγάλο για να χωρέσουμε όλοι. Φρόντισέ το».

Ο Ούνο υποκλίθηκε, και αμέσως ο Ράγκαν και ο Μασέμα άρχισαν να βγάζουν τις πανοπλίες τους, βοηθώντας ο ένας τον άλλο. Έμειναν μόνο με τα στενά παντελόνια τους, με ένα εγχειρίδιο πίσω στη μέση· πλησίασαν το ποτάμι, τρέχοντας με τα στραβά από την ιππασία πόδια τους, μπήκαν μέσα και προχώρησαν, πιάνοντας το χοντρό σχοινί που συγκρατούσε το πέραμα. Το σχοινί έκανε κοιλιά στο κέντρο του ποταμού και οι δύο άνδρες βούλιαζαν ως τη μέση, και το ρεύμα ήταν αρκετά δυνατό για να τους παρασύρει, αλλά σε λιγότερη ώρα απ’ όσο υπολόγιζε ο Ραντ έφτασαν και ανέβηκαν από τα γερτά πλαϊνά του περάματος. Τράβηξαν τα εγχειρίδια και χάθηκαν στα δέντρα.

Μετά από μια αιωνιότητα, ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε, οι δύο άνδρες ξαναφάνηκαν και άρχισαν να τραβούν το σκοινί για να επιστρέψουν μαζί με το πέραμα. Η σχεδία άραξε στην όχθη πιο κάτω από το χωριό και ο Μασέμα την έδεσε, ενώ ο Ράγκαν ανέβηκε τρέχοντας εκεί που στεκόταν ο Ίνγκταρ. Το πρόσωπό του ήταν κατάχλομο, η ουλή του βέλους στο μάγουλό του φαινόταν ολοκάθαρα, και μίλησε αναστατωμένος.