«Η πέρα όχθη... Κανένας δεν είχε στήσει ενέδρα στην πέρα όχθη, Άρχοντά μου, αλλά...» Υποκλίθηκε βαθιά, βρεγμένος, τρέμοντας από τον κόπο. «Άρχοντά μου, πρέπει να το δεις με τα μάτια σου. Στη μεγάλη βαλανιδιά, πενήντα απλωσιές κάτω από την αποβάθρα. Δεν βρίσκω λόγια. Πρέπει να το δεις ο ίδιος».
Ο Ίνγκταρ έσμιξε τα φρύδια, κοιτάζοντας τον Ράγκαν και την αντίπερα όχθη. Στο τέλος είπε, «Καλά τα κατάφερες, Ράγκαν. Και οι δυο σας τα πήγατε καλά». Η φωνή του σκλήρυνε. «Ούνο, βρες στα σπίτια κάτι για να σκουπιστούν αυτοί οι δύο. Και δες αν άφησε κανείς νερό να βράζει για τσάι. Βάλε τους κάτι ζεστό. Μετά φέρε τη δεύτερη φάλαγγα και τα άλογα με τις προμήθειες». Στράφηκε στον Ραντ. «Λοιπόν, είσαι έτοιμος να δεις τη νότια όχθη του Ερίνιν;» Δεν περίμενε απάντηση, αλλά έτρεξε στο φέρυ μαζί με τον Χούριν και τους μισούς λογχοφόρους.
Ο Ραντ δίστασε μόνο μια στιγμή, πριν τον ακολουδήσει. Ο Λόιαλ ήρθε μαζί του. Ξαφνιάστηκε, βλέποντας τον Πέριν να κατεβαίνει μπροστά τους, δείχνοντας βλοσυρός. Μερικοί λογχοφόροι, κάνοντας χοντροκομμένα αστεία, ξεπέζεψαν για να τραβήξουν το πέραμα από τα σχοινιά.
Ο Ματ περίμενε ως την τελευταία στιγμή, πάνω που ένας από τους Σιναρανούς έλυνε το πέραμα, και ύστερα, με μια κλωτσιά στο άλογο, προχώρησε και στριμώχτηκε μαζί με τους άλλους. «Κάποια στιγμή θα πρέπει να έρθω, σωστά;» είπε ξέπνοος, χωρίς να κοιτάζει κανέναν. «Πρέπει να μάθω».
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι του. Είχε ξεχάσει το λόγο που ήταν εδώ, τόσο υγιής που έδειχνε ο Ματ. Για να βρεθεί το εγχειρίδιο. Ας πάρει ο Ίνγκταρ το Κέρας. Εγώ θέλω μόνο το εγχειρίδιο για τον Ματ. «Θα το βρούμε, Ματ».
Ο Ματ τον αγριοκοίταξε —ρίχνοντας και μια κοροϊδευτική ματιά στο φανταχτερό κόκκινο πανωφόρι του— και γύρισε από την άλλη. Ο Ραντ αναστέναζε.
«Όλα θα πάνε καλά», είπε ήσυχα ο Λόιαλ. «Κάπως Θα γίνει, κι όλα θα πάνε καλά».
Το ρεύμα τραβούσε το πέραμα, καθώς απομακρυνόταν από την όχθη με τους άνδρες να τραβούν, το ζόριζε κόντρα στο σχοινί με έντονα τριξίματα. Οι λογχοφόροι ήταν παράξενοι περαματάρηδες, έτσι που περπατούσαν στο κατάστρωμα με κράνη και πανοπλίες και μι σπαθιά στην πλάτη, αλλά κουμάνταραν αρκετά καλά το πέραμα στο ποτάμι.
«Έτσι φύγαμε από την πατρίδα», είπε ξαφνικά ο Πέριν. «Στο Τάρεν Φέρυ. Οι μπότες των περαματάρηδων βροντούσαν στα σανίδια και το νερό γουργούριζε γύρω από το πέραμα. Έτσι φύγαμε. Αυτή τη φορά θα είναι χειρότερα».
«Πώς μπορεί να είναι χειρότερο;» ρώτησε ο Ραντ. Ο Πέριν δεν απάντησε. Έψαξε με το βλέμμα την απέναντι όχθη και τα χρυσαφένια μάτια του έμοιαζαν ν’ αστράφτουν σχεδόν, αλλά όχι από ενθουσιασμό.
Μετά από ένα λεπτό, ο Ματ ρώτησε, «Πώς μπορεί να είναι χειρότερο;»
«Υπάρχει. Το μυρίζω». Αυτό ήταν το μόνο που είπε ο Πέριν. Ο Χούριν τον κοίταξε νευρικά, αλλά ο Χούριν, από τότε που είχαν φύγει από το Φαλ Ντάρα, έμοιαζε να κοιτάζει νευρικά τους πάντες.
Το πέραμα κουτούλησε τη νότια όχθη, με τα γερά σανίδια του να αφήνουν έναν υπόκωφο γδούπο πάνω στο σκληρό πηλό, σχεδόν κάτω από τα κλαριά των δέντρων, και οι Σιναρανοί που τραβούσαν το σχοινί ανέβηκαν στα άλογα, με εξαίρεση δύο, στους οποίους είπε ο Ίνγκταρ να γυρίσουν πίσω το πέραμα για να πάρουν τους άλλους. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Ίνγκταρ, που ανηφόριζε την όχθη.
«Πενήντα απλωσιές ως τη μεγάλη βαλανιδιά», είπε ο Ίνγκταρ, καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στα δέντρα. Ακουγόταν τόσο ψύχραιμος. Αν ο Ράγκαν δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό... Μερικοί από τους στρατιώτες χαλάρωσαν τα σπαθιά στην πλάτη τους και ετοίμασαν τις λόγχες τους.
Στην αρχή, ο Ραντ νόμισε πως οι μορφές που κρέμονταν από τα χέρια τους στα χοντρά, γκρίζα κλαριά της βαλανιδιάς ήταν σκιάχτρα. Κατακόκκινα σκιάχτρα. Έπειτα αναγνώρισε τα δύο πρόσωπα. Ο Τσάνγκου, και ο άλλος άνδρας που ήταν σκοπός μαζί του. Ο Νιντάο. Τα μάτια κοίταζαν, τα δόντια ήταν γυμνωμένα σ’ ένα μορφασμό πόνου. Είχαν αργήσει πολύ να πεθάνουν.
Ο Πέριν έβγαλε έναν ήχο από το λαιμό του, σχεδόν γρυλλητό. «Απ’ τα χειρότερα που έχω δει ποτέ, Άρχοντά μου», είπε αχνά ο Χούριν. «Από τα χειρότερα που έχω μυρίσει ποτέ, εκτός από το μπουντρούμι στο Φαλ Ντάρα εκείνη τη νύχτα».
Ο Ραντ έψαξε ξέφρενα να βρει το κενό. Η φλόγα έμοιαζε να τον εμποδίζει, κι ένα αναγουλιαστικό φως τρεμόπαιζε στο ρυθμό που ξεροκατάπινε σπασμωδικά ο Ραντ, αλλά προσπάθησε κι άλλο, ώσπου τελικά τυλίχτηκε στην αδειανωσύνη. Η αναγούλα παλλόταν στο κενό μαζί του, όμως. Όχι απ’ έξω, αυτή τη φορά, αλλά από μέσα. Λεν είναι παράξενο, μπροστά σ’ αυτό το Θέαμα. Η σκέψη χοροπήδησε στο κενό, σαν σταγόνα νερού πάνω σε καυτό τηγάνι. Τι έπαθαν;