Выбрать главу

«Τους έγδαραν ζωντανούς», άκουσε να λέει κάποιος πίσω του, και κάποιον άλλο να κάνει εμετό. Του φάνηκε πως ήταν ο Ματ, όμως όλα ήταν μακριά του, μέσα στο κενό. Αλλά εκεί μέσα ήταν και εκείνη η αίσθηση της ζαλάδας που τρεμόπαιζε. Του φαινόταν πως ίσως να έκανε εμετό κι ο ίδιος.

«Κατεβάστε τους», είπε τραχιά ο Ίνγκταρ. Δίστασε μια στιγμή, και μετά πρόσθεσε, «Θάψτε τους. Λεν είμαστε εντελώς σίγουροι ότι ήταν Σκοτεινόφιλοι. Ίσως τους πήραν αιχμάλωτους. Μπορεί να έγινε έτσι. Τουλάχιστον ας γνωρίσουν το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας». Οι στρατιώτες προχώρησαν επιφυλακτικά, κρατώντας μαχαίρια· ακόμα και για τους σκληραγωγημένους στη μάχη Σιναρανούς, ήταν δύσκολη δουλειά να κατεβάσουν τα γδαρμένα πτώματα ανθρώπων τους οποίους γνώριζαν.

«Είσαι καλά, Ραντ;» είπε ο Ίνγκταρ. «Ούτε κι εγώ είμαι συνηθισμένος σε τέτοια πράγματα».

«Είμαι... καλά, Ίνγκταρ». Ο Ραντ άφησε το κενό να εξαφανιστεί. Δεν ένιωθε τόση ναυτία χωρίς αυτό· το στομάχι του ακόμα είχε αναγούλα, αλλά τώρα ήταν καλύτερα. Ο Ίνγκταρ ένευσε και γύρισε το άλογο για να δει τους άνδρες που δούλευαν.

Η ταφή ήταν απλή. Έσκαψαν δυο τρύπες στο χώμα και έβαλαν μέσα τα σώματα, ενώ οι υπόλοιποι Σιναρανοί παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Οι στρατιώτες άρχισαν να φτυαρίζουν χώμα στους τάφους χωρίς πολλά-πολλά.

Ο Ραντ σοκαρίστηκε, αλλά ο Λόιαλ του εξήγησε υπομονετικά. «Οι Σιναρανοί πιστεύουν πως όλοι ερχόμαστε από τη γη και πρέπει να επιστρέψουμε στη γη. Ποτέ δεν χρησιμοποιούν φέρετρα ή σάβα-να και τα πτώματα ποτέ δεν είναι ντυμένα. Η γη πρέπει να κρατήσει το σώμα. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας, έτσι το λένε. Και ποτέ δεν λένε τίποτα άλλο εκτός από αυτό: ‘Το Φως να σε φωτίζει και ο Δημιουργός να σε προστατεύει. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας να σε καλωσορίσει στο σπίτι’». Ο Λόιαλ στέναξε και κούνησε το πελώριο κεφάλι του. «Νομίζω πως αυτή τη φορά δεν θα τα πει κανένας. Ό,τι και να λέει ο Ίνγκταρ, Ραντ, δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες ότι ο Τσάνγκου και ο Νιντάο έσφαξαν τους σκοπούς στην Πύλη των Σκύλων και έμπασαν τους Σκοτεινόφιλους στο οχυρό. Αυτοί πρέπει να έφταιγαν για όλα».

«Τότε ποιος σημάδεψε με το βέλος — την Άμερλιν;» Ο Ραντ ξεροκατάπιε. Ποιος με σημάδευε; Ο Λόιαλ δεν είπε τίποτα.

Ο Ούνο έφτασε μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες και τα φορτωμένα άλογα, καθώς οι στρατιώτες έριχναν τις τελευταίες φτυαριές χώμα στους τάφους. Κάποιος του είπε τι είχε γίνει και ο μονόφθαλμος έφτυσε. «Οι γιδόφιλοι οι Τρόλοκ το κάνουν συχνά σε μέρη πάνω στη Μάστιγα. Όταν θέλουν να σου ρίξουν το ηθικό, ή όταν σε προειδοποιούν να μην ακολουθήσεις. Δεν πα να καούν. Ούτε κι εδώ θα πετύχει».

Πριν φύγουν, ο Ίνγκταρ κοντοστάθηκε με το άλογο πλάι στους ανώνυμους τάφους, τους δύο χωμάτινους σωρούς, που έμοιαζαν πολύ μικροί για να χωρούν άνθρωπο. Μετά από μια στιγμή, είπε, «Το Φως να σας φωτίζει και ο Δημιουργός να σας προστατεύει. Το τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας να σας καλωσορίσει στο σπίτι». Όταν σήκωσε το κεφάλι, τους κοίταξε όλους με τη σειρά. Όλα τα πρόσωπα ήταν ανέκφραστα, και πιο πολύ του Ίνγκταρ. «Έσωσαν τον Άρχοντα Άγκελμαρ στο Πέρασμα του Τάργουιν», είπε. Μερικοί λογχοφόροι ένευσαν. Ο Ίνγκταρ έστριψε τ’ άλογό του. «Προς τα πού, Χούριν;»

«Νότια, Άρχοντά μου».

«Ακολουθήστε το μονοπάτι! Κυνηγάμε!»

Το δάσος σύντομα έδωσε τη θέση του σε γαλήνιο κάμπο, που μερικές φορές τον έκοβαν ρηχά ποταμάκια, τα οποία είχαν σκάψει κοίτες με ψηλές όχθες, με αραιά μόνο υψωματάκια ή κοντόχοντρους λόφους, που μετά βίας τους άξιζε το όνομα. Τέλειο τεραίν για τα άλογα. Ο Ίνγκταρ το εκμεταλλεύτηκε και τους έβαλε να ακολουθήσουν έναν σταθερό ρυθμό, που βοηθούσε να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Μερικές φορές ο Ραντ έβλεπε στο βάθος κάτι που ίσιος ήταν αγρόκτημα, και κάποια φορά κάτι που το πέρασε για χωριό, με καπνούς να υψώνονται από καμινάδες λίγα μίλια πιο κει, και κάτι να αστράφτει λευκό στον ήλιο, αλλά η περιοχή κοντά τους ήταν έρημη από ανθρώπους, γεμάτη μακριές σειρές γρασίδι, με θάμνους και κάποια δέντρα, και μερικά σύδεντρα εδώ κι εκεί, με μάκρος το πολύ εκατό απλωσιές.

Ο Ίνγκταρ έστειλε ανιχνευτές, δύο άνδρες που πήγαιναν μπροστά και φαίνονταν μόνο όταν περνούσαν την κορυφή κάποιου υψώματος. Γύρω από το λαιμό του κρεμόταν μια ασημένια σφυρίχτρα, για να τους καλέσει πίσω, αν ο Χούριν έλεγε ότι τα ίχνη είχαν στρίψει, αλλά η διαδρομή δεν άλλαξε. Νότια. Πάντα νότια.

«Μ’ αυτό το ρυθμό θα φτάσουμε στο πεδίο του Τάλινταρ σε τρεις-τέσσερις μέρες», είπε ο Ίνγκταρ, καθώς κάλπαζαν. «Η μεγαλύτερη νίκη του Άρτουρ του Γερακόφτερου, τότε που οι Ημιάνθρωποι έβγαλαν τους Τρόλοκ από τη Μάστιγα και τους οδήγησαν εναντίον του. Έξι μέρες κι έξι νύχτες κράτησε η μάχη και, όταν τελείωσε, οι Τρόλοκ το ’σκασαν πίσω στη Μάστιγα, και δεν τόλμησαν να τον προκαλέσουν ποτέ ξανά. Ανήγειρε μνημείο εδώ γι’ αυτή τη νίκη, ένα βέλος εκατό απλωσιές ψηλό. Δεν τους άφησε να βάλουν το δικό του όνομα, αλλά τα ονόματα όλων των ανδρών που έπεσαν, και ένα χρυσό ήλιο στην κορυφή, σύμβολο ότι εδώ το Φως είχε θριαμβεύσει επί της Σκιάς».