Выбрать главу

«Τίποτα το ιδιαίτερο, Αρχόντισσά μου». Η Σελάντε έδεσε την αγκράφα της ζώνης όπου είχε περασμένο το σπαθί της και την τοποθέτησε στους γοφούς της. «Άφησαν κάποιους τύπους που προπορεύονταν να περάσουν τα κάρα τους δίχως να τους

################ ΣΕΛΙΔΕΣ ΛΕΙΠΟΥΝ #################

την απόκτηση του. Τουλάχιστον, η γυναίκα δεν το επιθυμούσε διακαώς.

«Όπως αξίωσες, Αρχόντισσά μου, φτιάξαμε έναν χάρτη», αποτελείωσε την πρόταση της η μικροκαμωμένη γυναίκα, ρίχνοντας μια τελευταία, προειδοποιητική ματιά προς το μέρος της Μεράλντα. «Σημειώσαμε το παλάτι του Άρχοντα Τέλαμπιν από την πίσω μεριά, όσο περισσότερο μπορούσαμε, αλλά φοβάμαι πως δεν φαίνεται κάτι περισσότερο από τους κήπους και τους στάβλους».

Η Φάιλε δεν προσπάθησε καν να διακρίνει τις γραμμές πάνω στο χαρτί που ξεδίπλωσε στο σεληνόφως. Κρίμα που δεν είχε καταφέρει να πάει η ίδια. Θα χαρτογραφούσε και το εσωτερικό. Όχι. Ό,τι έγινε, έγινε, όπως συνήθιζε να λέει κι ο Πέριν. Κι ήταν αρκετό. «Είσαι σίγουρη πως κανείς δεν ψάχνει τις άμαξες που φεύγουν από την πόλη;» Ακόμα και κάτω από αυτό το ωχρό φως, παρατήρησε τη σύγχυση σε κάμποσα από τα πρόσωπα μπροστά της. Κανείς δεν ήξερε για ποιον λόγο είχε στείλει μερικές από αυτές στην Μπεθάλ.

Η Σελάντε όμως δεν έμοιαζε συγχυσμένη. «Μάλιστα, Αρχόντισσά μου», αποκρίθηκε πράα. Πανέξυπνη κι ετοιμόλογη.

Ο άνεμος φύσηξε δυνατά για μια στιγμή, αναδεύοντας τα φύλλα στα δέντρα και τα νεκρά φύλλα στο έδαφος, κι η Φάιλε ευχήθηκε να διέθετε την ακοή του Πέριν, όπως επίσης την όσφρηση και την όρασή του. Δεν είχε σημασία αν την έβλεπε κάποιος εδώ παρέα με τους υποτακτικούς της, αλλά ήταν εντελώς διαφορετικό αν κάποιος κρυφάκουγε όσα έλεγαν. «Έκανες πολύ καλή δουλειά, Σελάντε. Όλοι σας τα πήγατε θαυμάσια». Ο Πέριν γνώριζε καλά τους κινδύνους που ενέδρευαν εδώ, εξίσου σοβαροί με αυτούς που ενέδρευαν πιο κάτω, στον νότο. Ναι μεν γνώριζε, αλλά, όπως κι οι πιο πολλοί άντρες, λογάριαζε εξίσου συχνά με την καρδιά του όσο και με το μυαλό του. Μια σύζυγος έπρεπε να είναι πρακτική, να κάνει το παν για να αποφεύγει ο άντρας της τις κακοτοπιές. Αυτή ήταν η πρώτη-πρώτη συμβουλή που της είχε δώσει η μητέρα της σχετικά με τον έγγαμο βίο. «Με το πρώτο φως της αυγής θα γυρίσεις στην Μπεθάλ και, μόλις λάβεις ειδοποίηση από μένα, να τι θα κάνεις...»

Ακόμα και τα μάτια της Σελάντε γούρλωσαν από το σοκ καθώς η Φάιλε συνέχισε να μιλάει, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε καν γκρίνιασε. Η Φάιλε θα εκπλησσόταν αν το έκαναν. Οι οδηγίες της ήταν ακριβείς. Φυσικά και θα υπήρχε ένα ποσοστό κινδύνου, αλλά δεδομένων των συνθηκών, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα.

«Ερωτήσεις;» ρώτησε τελικά. «Το καταλάβατε όλοι;» Με μια φωνή, οι Τσα Φάιλε αποκρίθηκαν: «Ζούμε για να υπηρετούμε την Αρχόντισσα Φάιλε». Πράγμα που σήμαινε ότι υπηρετούσαν και τον αγαπημένο της λύκο, είτε αυτός τούς ήθελε είτε όχι.

Η Μάιντιν μετακινήθηκε μέσα στις κουβέρτες πάνω στο σκληρό έδαφος, ενώ δεν της ερχόταν ύπνος. Αυτό ήταν τώρα πια το όνομά της. ένα καινούργιο όνομα για μια καινούργια ζωή. Μάιντιν, για τη μητέρα της, και Ντορλαίν για μια οικογένεια σε μια ιδιοκτησία που κάποτε της ανήκε. Η ανταλλαγή μιας παλιάς ζωής με μια καινούργια, αν κι οι ψυχικοί δεσμοί δεν μπορούσαν να αποκοπούν. Και τώρα... Τώρα...

Το αμυδρό τρίξιμο των ξερών φύλλων την ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι της κι είδε μια θολή φιγούρα να περνάει μέσα από τα δέντρα. Ήταν η Αρχόντισσα Φάιλε, η οποία επέστρεφε στη σκηνή της απ’ όπου κι αν είχε πάει. Μια συμπαθέστατη νεαρή γυναίκα, μεγαλόψυχη και καλλιεργημένη. Ανεξάρτητα από την καταγωγή του άντρα της, εκείνη προερχόταν σχεδόν σίγουρα από ευγενική γενιά. Ωστόσο, ήταν νεαρή κι άπειρη. Αυτό μπορεί να βοηθούσε.

Η Μάιντιν άφησε το κεφάλι της να πέσει πίσω, στον μανδύα που είχε διπλώσει χρησιμοποιώντας τον ως μαξιλάρι. Μα το Φως, τι έκανε εδώ; Είχε μπει στην υπηρεσία μιας αρχόντισσας! Όχι. Δεν θα έπαυε να έχει πίστη στον εαυτό της, τουλάχιστον. Και θα την έβρισκε αυτή την πίστη, αν έσκαβε βαθιά. Ένιωσε να της κόβεται η ανάσα ακούγοντας τον ήχο βημάτων εκεί κοντά.

Ο Τάλανβορ γονάτισε με χάρη πλάι της. Ήταν ημίγυμνος και το φεγγαρόφως έλαμπε πάνω στους λείους μυς του στήθους και των ώμων του, ενώ το πρόσωπο του ήταν κρυμμένο στις σκιές. Μια αμυδρή αύρα του ανακάτωνε τα μαλλιά. «Τι τρέλα είναι πάλι αυτή;» τη ρώτησε μαλακά. «Μπήκες στην υπηρεσία; Τι έχεις σκοπό να κάνεις; Κι άσε αυτές τις ανοησίες περί καινούργιας ζωής. Δεν τις πιστεύω. Κανείς δεν τις πιστεύει».

Η γυναίκα επιχείρησε να αλλάξει πλευρό, μα εκείνος άπλωσε το ένα του χέρι στον ώμο της. Δεν εξάσκησε καμιά πίεση, κι ωστόσο το χέρι του την ανάγκασε να σταματήσει, όπως θα έκανε ένα καπίστρι. Μα το Φως, ας μην έτρεμε τόσο. Το Φως δεν εισάκουσε τη δέηση της, αλλά η γυναίκα κατάφερε τουλάχιστον να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. «Σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, πρέπει να βγω στον κόσμο. Καλύτερα να παρουσιάζομαι ως υπηρέτρια μιας αρχόντισσας παρά ενός ταβερνιάρη. Είσαι ελεύθερος να φύγεις, αν κρίνεις πως εδώ δεν σου ταιριάζει».