«Δεν νομίζω πως, όταν παρέδωσες τον θρόνο, εγκατέλειψες και τα λογικά σου ή την περηφάνια σου», μουρμούρισε ο άντρας. Που να πάρει η ευχή, ήταν ανάγκη να το αποκαλύψει η Λίνι αυτό; «Αν εξακολουθείς να προσποιείσαι πως αυτό έκανες, θα πρότεινα να αποφεύγεις όσο γίνεται τη Λίνι». Ο άντρας κάγχασε. Την ειρωνευόταν, και μάλιστα ξεδιάντροπα! «Επιθυμεί να μιλήσει στη Μάιντιν, κι υποψιάζομαι πως δεν θα είναι τόσο ευγενική μαζί της όσο ήταν με τη Μοργκέις».
Ανασηκώθηκε θυμωμένη, κάνοντας πέρα τα χέρια του. «Μα, επιτέλους, είσαι τυφλός και κουφός; Ο Αναγεννημένος Δράκοντας κάνει σχέδια για την Ηλαίην! Μα το Φως, δεν θα μου άρεσε ακόμα κι αν απλώς ήξερε το όνομά της! Δεν είναι σύμπτωση που βρέθηκα κοντά σε ένα από τα πρωτοπαλίκαρά του, Τάλανβορ. Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση!»
«Που να πάρει, το ήξερα πως αυτό ήταν. Ήλπιζα να κάνω λάθος, αλλά...» Ακουγόταν εξίσου θυμωμένος με αυτή. Δεν είχε δικαίωμα να είναι θυμωμένος! «Η Ηλαίην είναι ασφαλής στον Λευκό Πύργο, κι η Έδρα της Άμερλιν δεν πρόκειται να την αφήσει να βρεθεί κοντά σε έναν άντρα με τη δυνατότητα της διαβίβασης, ακόμα κι αν αυτός είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας —ειδικά αυτός!— κι η Μάιντιν Ντορλαίν δεν μπορεί να κάνει τίποτα απέναντι στην Έδρα της Άμερλιν, στον Αναγεννημένο Δράκοντα ή στον Θρόνο του Λιονταριού. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βρεθεί με σπασμένο τον λαιμό ή με κομμένο το λαρύγγι ή...!»
«Η Μάιντιν Ντορλαίν μπορεί να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα!» τον διέκοψε, εν μέρει για να σταματήσει αυτή την απαίσια λιτανεία. «Μπορεί να ακούει! Μπορεί να...!» Από τον εκνευρισμό της, δεν αποτελείωσε την πρόταση της. Πραγματικά, τι θα μπορούσε να κάνει; Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως το ριχτό φόρεμα που φορούσε ήταν λεπτό, και τύλιξε βιαστικά τις κουβέρτες γύρω από το κορμί της. Η νύχτα έμοιαζε κάπως κρύα. Ίσως, όμως, κι η ανατριχίλα που ένιωθε στο δέρμα της να προερχόταν από τα αόρατα μάτια του Τάλανβορ, που ήταν στραμμένα επάνω της. Η σκέψη αυτή έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν, αλλά ήλπιζε πως ο άντρας δεν μπορούσε να το διακρίνει μέσα στο σκοτάδι. Ευτυχώς, όμως, το αναψοκοκκίνισμα πρόσθεσε ζωηράδα στη φωνή της. Δεν ήταν κανένα κοριτσάκι να κοκκινίζει επειδή την κοίταζε ένας άντρας! «Θα κάνω ό,τι μπορώ κι όπως μπορώ. Σίγουρα θα παρουσιαστεί μια ευκαιρία να μάθω κάτι ή να κάνω κάτι που θα βοηθήσει την Ηλαίην, και σκοπεύω να την αδράξω!»
«Επικίνδυνη απόφαση», αποκρίθηκε ήρεμα ο Τάλανβορ. Η γυναίκα ευχήθηκε να μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του στο σκοτάδι. Μόνο και μόνο για να δει την έκφραση του, φυσικά. «Τον άκουσες που απείλησε να κρεμάσει όποιον τον κοιτάξει με μισό μάτι. Και πιστεύω πως ένας άντρας με τέτοια μάτια είναι ικανός να το κάνει. Μοιάζουν με μάτια θηρίου. Μου έκανε εντύπωση που άφησε εκείνον τον τύπο να φύγει. Νόμιζα πως θα του ξέσκιζε τον λαιμό! Αν ανακαλύψει ποια είσαι και ποια ήσουν... Ίσως ο Μπάλγουερ σε προδώσει. Ποτέ δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για ποιο λόγο μάς βοήθησε να δραπετεύσουμε από το Άμαντορ. Μπορεί να σκέφτηκε ότι η Βασίλισα Μοργκέις θα του έδινε κάποια καινούργια θέση. Τώρα που ξέρει πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, ίσως θελήσει να κολακεύσει τα νέα του αφεντικά».
«Φοβάσαι τον Άρχοντα Πέριν τον Χρυσομάτη;» τον ρώτησε απαιτητικά και κάπως περιφρονητικά. Μα το Φως, τη φόβιζε αυτός ο άνθρωπος! Τα μάτια του ανήκαν σε λύκο. «Ο Μπάλγουερ γνωρίζει αρκετά για να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Ό,τι και να πει, θα στραφεί εναντίον του. Σε τελική ανάλυση, εκείνος ήρθε μαζί μου. Αν φοβάσαι, μπορείς να φύγεις!»
«Πάντα αυτό μού πετάς καταπρόσωπο», απάντησε ο Τάλανβορ αναστενάζοντας, και κάθισε πάνω στις φτέρνες του. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα μάτια του, αλλά τα ένιωθε. «Αν θες φύγε, μου λες. Υπήρχε κάποτε ένας στρατιώτης που αγάπησε μια βασίλισσα που ήταν μακριά, ξέροντας καλά πως ήταν ανέλπιδο και πως δεν θα τολμούσε ποτέ να της μιλήσει. Τώρα, η βασίλισσα έχει χαθεί, αφήνοντας πίσω της μια απλή γυναίκα, κι εγώ εξακολουθώ να ελπίζω, να έχω μέσα μου ζωντανή τη φλόγα της ελπίδας! Αν όντως θες να φύγω, Μάιντιν, πες το. Μια λέξη είναι αρκετή. “Φύγε!” Μια απλή λέξη».
Η Μάιντιν άνοιξε το στόμα της να μιλήσει. Μια απλή λέξη, σκέφτηκε. Μα το Φως, μια λέξη είναι μονάχα! Γιατί δεν μπορώ να την προφέρω; Φως, βοήθα με! Για δεύτερη φορά εκείνη τη νύχτα, το Φως δεν εισάκουσε την ευχή της. Η γυναίκα έμεινε εκεί, χωμένη μέσα στις κουβέρτες σαν ηλίθια, με το στόμα ανοικτό και το πρόσωπό της να αναψοκοκκινίζει ολοένα και πιο πολύ.