Αν τη σάρκαζε ξανά, θα τον τρυπούσε με το μαχαίρι της ζώνης της. Αρκεί να γελούσε μόνο ή να φανέρωνε το παραμικρό σημάδι θριάμβου... Αντί γι’ αυτό όμως, ο άντρας έγειρε μπροστά και τη φίλησε απαλά στα μάτια. Ένας βαθύς ήχος ακούστηκε να βγαίνει από το λαρύγγι της. Έμοιαζε ακινητοποιημένη. Με μάτια γουρλωμένα τον κοίταξε που σηκώθηκε όρθιος. Δέσποζε από πάνω της, υπό το σεληνόφως. Ήταν βασίλισσα —υπήρξε βασίλισσα— συνηθισμένη να προστάζει, συνηθισμένη να παίρνει δύσκολες αποφάσεις σε ακραίες περιστάσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή το σφυροκόπημα της καρδιάς της έκανε κάθε σκέψη να εξαφανίζεται από το μυαλό της.
«Αν έλεγες “φύγε”», της είπε, «θα έβαζες ταφόπλακα στις ελπίδες μου, αλλά εγώ δεν θα σε άφηνα».
Χρειάστηκε να περιμένει μέχρι ο άντρας να τυλιχτεί στις κουβέρτες του για να ξαπλώσει και να χωθεί κι αυτή στις δικές της. Ήταν λαχανιασμένη, λες κι έτρεχε. Η νύχτα ήταν πράγματι κρύα. Ανατρίχιαζε, αλλά δεν έτρεμε. Ο Τάλανβορ ήταν πολύ νέος. Πολύ νέος! Και το χειρότερο, είχε δίκιο. Που να τον πάρει! Η υπηρέτρια μιας αρχόντισσας δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα για να επηρεάσει καταστάσεις, κι αν αυτός ο δολοφόνος με τα λυκίσια μάτια που δούλευε για τον Αναγεννημένο Δράκοντα μάθαινε πως είχε στα χέρια του τη Μοργκέις του Άντορ, θα τη χρησιμοποιούσε ενάντια στην Ηλαίην, κι έτσι, αντί να τη βοηθούσε, θα της έκανε κακό. Δεν είχε δικαίωμα να έχει δίκιο όταν η ίδια ήθελε να κάνει λάθος! Ο παραλογισμός αυτής της σκέψης την έκανε έξαλλη. Ωστόσο, ίσως να παρουσιαζόταν μια ευκαιρία να κάνει κάτι καλό! Έπρεπε να παρουσιαστεί!
Στο πίσω μέρος του μυαλού της, μια αμυδρή φωνή γέλασε. Είναι αδύνατον να ξεχάσεις πως είσαι η Μοργκέις Τράκαντ, της είπε ειρωνικά, κι ακόμα κι αν απαρνήθηκε τον θρόνο της, η Βασίλισσα Μοργκέις δεν θα πάψει να βάζει το χεράκι της στις υποθέσεις των ισχυρών, άσχετα από το πόση καταστροφή έχει προκαλέσει μέχρι τώρα. Ούτε μπορεί να πει σε έναν άντρα να φύγει, γιατί της είναι αδύνατον να σταματήσει να σκέφτεται τα δυνατά του χέρια και τις γωνίες που σχηματίζουν τα χείλη του όταν χαμογελάει, και...
Οργισμένη, τράβηξε τις κουβέρτες πάνω από το κεφάλι της, προσπαθώντας να μην ακούει τη φωνή. Δεν παρέμενε εκεί επειδή της ήταν αδύνατον να απομακρυνθεί από την πηγή της εξουσίας. Όσο για τον Τάλανβορ... Θα τον έβαζε στη θέση του. Αυτή τη φορά θα το έκανε! Όμως... Ποια θα ήταν αυτή η θέση, απέναντι σε μια γυναίκα που δεν ήταν πια βασίλισσα; Πάσχισε να τον βγάλει από το μυαλό της, να αγνοήσει αυτή την ειρωνική φωνή που δεν έλεγε να πάψει. Ωστόσο, όταν τελικά την πήρε ο ύπνος, ένιωθε ακόμα την πίεση των χειλιών του πάνω στα βλέφαρά της.
9
Μπλεξίματα
Ο Πέριν, ως συνήθως, ξύπνησε πριν από το πρώτο φως της αυγής κι, ως συνήθως, η Φάιλε είχε ήδη σηκωθεί. Όταν ήθελε, αυτή η γυναίκα μπορούσε να κάνει τόση ησυχία, που ακόμα κι ένα ποντίκι θα φάνταζε θορυβώδες· ο Πέριν υποψιαζόταν ότι, ακόμα κι αν ξυπνούσε μόλις μία ώρα αφότου είχε πέσει για ύπνο, θα την έβρισκε και πάλι στο πόδι. Το πτυσσόμενο ύφασμα της εισόδου είχε δεθεί, τα πλάγια φατνώματα είχαν ανασηκωθεί κάπως και μια ανάλαφρη πνοή αέρα περνούσε από το άνοιγμα στην οροφή, αρκετή για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της δροσιάς. Ο Πέριν ανατρίχιασε καθώς έψαχνε για την πουκαμίσα και το παντελόνι του. Όπως και να έχει, υποτίθεται πως ήταν χειμώνας, αν κι ο καιρός φαίνεται πως δεν το είχε συνειδητοποιήσει.
Ντύθηκε στα σκοτεινά και καθάρισε τα δόντια του με αλάτι, δίχως να χρειαστεί το παραμικρό φως. Όταν άφησε τη σκηνή, αφού φόρεσε πρώτα τις μπότες του, η Φάιλε είχε συγκεντρώσει τους καινούργιους της υπηρέτες κάτω από τη βαθιά γκριζάδα της πρώιμης αυγής. Μερικοί κρατούσαν αναμμένους φανούς. Η θυγατέρα ενός άρχοντα είχε ανάγκη από υπηρέτες. Θα έπρεπε να είχε κανονιστεί νωρίτερα αυτό. Στο Κάεμλυν υπήρχαν κάτοικοι των Δύο Ποταμών που η Φάιλε είχε εκπαιδεύσει αυτοπροσώπως, αλλά με τόση ανάγκη για μυστικότητα δεν υπήρχε τρόπος να τους πάει εκεί. Ο Αφέντης Γκιλ θα ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του το συντομότερο δυνατόν, όπως επίσης ο Λάμγκουιν με την Μπριάνε, αλλά ίσως η Μάιντιν κι η Λίνι να έμεναν.
Ο Άραμ σηκώθηκε από το σημείο όπου καθόταν σταυροπόδι, δίπλα στη σκηνή, περιμένοντας σιωπηλά τις διαταγές του Πέριν. Αν ο Πέριν δεν τον είχε σταματήσει, θα τον είχε πάρει ο ύπνος κατά μήκος της εισόδου. Αυτή τη φορά, το πανωφόρι του είχε κόκκινες κι άσπρες ρίγες, αν κι οι άσπρες ήταν ελαφρώς βρώμικες, ενώ ακόμα κι εδώ το σπαθί με τη χαραγμένη λυκοκεφαλή στη σφαιρική άκρη της λαβής του εξείχε πάνω από τον ώμο του. Ο Πέριν είχε αφήσει το τσεκούρι του στη σκηνή, ευτυχής που το ξεφορτώθηκε. Ο Τάλανβορ έφερε ακόμα το ξίφος της ζώνης του περασμένο πάνω από το πανωφόρι του, όχι όμως κι ο Αφέντης Γκιλ ή οι άλλοι δυο.