Η Φάιλε θα πρέπει να παρακολουθούσε κάπου εκεί κοντά, γιατί ο Πέριν δεν είχε προλάβει να βγει καλά-καλά και την είδε να χειρονομεί προς το μέρος της σκηνής, δίνοντας προφανώς κάποιες διαταγές. Η Μάιντιν με την Μπριάνε βγήκαν έξω βιαστικά και τον προσπέρασαν, ακολουθούμενες από τον Άραμ, που κουβαλούσε τους φανούς. Τα σαγόνια τους ήταν σφιγμένα και, για κάποιον λόγο, απέπνεαν την οσμή της αποφασιστικότητας. Κανείς τους δεν υποκλίθηκε, πράγμα που αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη. Η μόνη που το έκανε ήταν η Λίνι, η οποία λύγισε ελαφρά τα γόνατά της και κατόπιν ξεχύθηκε πίσω από τους υπόλοιπους, μουρμουρίζοντας κάτι σαν «να συνειδητοποιούν τη θέση τους». Ο Πέριν υποψιάστηκε πως η Λίνι ανήκε στις γυναίκες που θεωρούσαν πως η δική τους «θέση» ήταν ηγετική. Σε τελική ανάλυση όμως, οι περισσότερες γυναίκες έτσι σκέφτονταν. Φαίνεται πως αυτά συνέβαιναν παντού στον κόσμο κι όχι μονάχα στους Δύο Ποταμούς.
Ο Τάλανβορ με τον Λάμγκουιν ακολουθούσαν κατά πόδας τις γυναίκες κι η υπόκλιση του Λάμγκουιν ήταν εξίσου σοβαρή με εκείνη του Τάλανβορ, αν κι ο τελευταίος φάνηκε κάπως βλοσυρός. Ο Πέριν αναστέναξε, ανταποδίδοντας ομοίως τον χαιρετισμό, κι οι άλλοι δύο ξαφνιάστηκαν κι απέμειναν να τον κοιτάζουν. Μια κοφτή διαταγή της Λίνι τούς ανάγκασε να τρέξουν προς τη σκηνή.
Χαρίζοντάς του ένα αστραπιαίο χαμόγελο, η Φάιλε προχώρησε προς τις άμαξες, μιλώντας πότε με τον Μπέηζελ Γκιλ από τη μια πλευρά και πότε με τον Σέμπαν Μπάλγουερ από την άλλη. Ο κάθε άντρας κουβαλούσε κι από έναν φανό για να της φωτίζει τον δρόμο. Βέβαια, κάμποσοι από αυτούς τους ανόητους έσπευδαν προς το μέρος της όταν ύψωνε κάπως τη φωνή της, περπατώντας αγέρωχα και χαϊδεύοντας τις λαβές των σπαθιών τους, παρατηρώντας το θολό σκοτάδι σαν να περίμεναν κάποια ενέδρα ή σαν να ήλπιζαν να τους επιτεθούν. Ο Πέριν χάιδεψε το κοντό του γένι. Η Φάιλε πάντα έβρισκε ενασχόληση για να γεμίζει τις ώρες της, και κανείς δεν θα μπορούσε να της την αποσπάσει. Κανείς δεν θα τολμούσε καν.
Τα πρώτα αποτυπώματα της αυγής δεν είχαν προλάβει ακόμα να φανούν στον ορίζοντα, κι οι Καιρχινοί άρχισαν να αναδεύονται γύρω από τις καρότσες και να μετακινούνται όλο και γρηγορότερα όσο τους πλησίαζε η Φάιλε. Όταν τους έφτασε, τρόχαζαν σχεδόν κι οι φανοί τους λικνίζονταν και ταλαντεύονταν στη σκοτεινιά. Οι άντρες των Δύο Ποταμών, συνηθισμένοι στις δουλειές της αγροικίας, έφτιαχναν ήδη πρωινό. Μερικοί γελούσαν κι έκαναν φασαρία γύρω από τις φωτιές για το μαγείρεμα, ενώ άλλοι ήταν κατηφείς, αλλά οι περισσότεροι ήταν αφοσιωμένοι στις δουλειές τους. Κάποιοι προσπάθησαν να παραμείνουν μέσα στις κουβέρτες τους, αλλά οι υπόλοιποι τους τις αφαίρεσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Όπως πάντα, ο Γκρέηντυ κι ο Νιλντ είχαν σηκωθεί από μόνοι τους κι έμοιαζαν με σκιές με μαύρα πανωφόρια ανάμεσα στα δέντρα. Ο Πέριν δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μια φορά που να τους είδε δίχως αυτά τα πανωφόρια, κουμπωμένα πάντα μέχρι τον λαιμό, πάντα καθαρά κι ατσαλάκωτα το πρωί, ασχέτως του πόσο βρώμικα φαίνονταν την προηγούμενη νύχτα. Βαδίζοντας με συγχρονισμό, οι δύο άντρες εξασκούνταν στην ξιφασκία, όπως έκαναν κάθε πρωί. Η προπόνηση αυτή ήταν πολύ καλύτερη από την απογευματινή, όταν κάθονταν σταυροπόδι, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, ατενίζοντας στο πουθενά. Έμοιαζαν να μην κάνουν απολύτως τίποτα, και κανείς στον καταυλισμό δεν ήξερε τι σκέφτονταν εκείνη την ώρα. Όλοι τούς απέφευγαν όσο το δυνατόν. Ούτε καν οι Κόρες δεν έμπαιναν στο οπτικό τους πεδίο.
Ο Πέριν συνειδητοποίησε ξαφνιασμένος πως κάτι έλειπε. Η Φάιλε πάντα φρόντιζε να του στείλει έναν άντρα πρωί-πρωί με μια γαβάθα χυλό για πρωινό, αλλά φαίνεται πως σήμερα ήταν πολύ απασχολημένη. Ζωηρεύοντας το βήμα του, κατευθύνθηκε βιαστικά προς τις φωτιές του μαγειρέματος, ελπίζοντας, αν μη τι άλλο, να κατάφερνε να βρει λίγο χυλό. Φρούδες ελπίδες.
Ο Φλαν Μπάρστερε, ένας ξερακιανός με μια χαρακιά στο πηγούνι, τον συνάντησε στα μισά της διαδρομής και του έδωσε ένα σκαλιστό μπολ. Ο Φλαν είχε έρθει από τον Λόφο της Σκοπιάς κι ο Πέριν τον γνώριζε ελάχιστα, παρ’ όλο που είχαν κυνηγήσει παρέα μια δυο φορές και μία ακόμη φορά ο Πέριν τον είχε βοηθήσει να τραβήξει την αγελάδα του πατέρα του μέσα από έναν βάλτο, στο Νερόδασος. «Η Αρχόντισσα Φάιλε μου ανέθεσε να σου φέρω αυτό, Πέριν», είπε ανήσυχα ο Φλαν. «Δεν θα της πεις ότι το ξέχασα, έτσι; Δεν θα της το πεις. Βρήκα λίγο μέλι και μάζεψα μια καλή ποσότητα». Ο Πέριν πάσχισε να μην αναστενάξει. Ο Φλαν, τουλάχιστον, θυμόταν το όνομά του.