Выбрать главу

Τέλος πάντων, μπορεί να μη γλίτωνε με το να κάνει ο ίδιος απλές αγγαρείες, αλλά εξακολουθούσε να είναι υπεύθυνος για τους άντρες που έτρωγαν κάτω από τα δέντρα. Χωρίς αυτόν, θα βρίσκονταν με τις οικογένειές τους, θα ετοιμάζονταν για τις διάφορες καθημερινές εργασίες στην αγροικία και θα άρμεγαν τις αγελάδες ή θα έκοβαν ξύλα αντί να αναρωτιούνται αν μέχρι το γέρμα θα αναγκάζονταν να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν. Καταπίνοντας γοργά τον μελωμένο χυλό, είπε στον Άραμ να μη βιαστεί να φάει το πρωινό του, αλλά ο άντρας έμοιαζε τόσο αξιοθρήνητος, ώστε ο Πέριν αναγκάστηκε να πάρει τα λόγια του πίσω, οπότε ο Άραμ τον ακολούθησε καθώς ο Πέριν περιδιάβαινε τον καταυλισμό. Μάλλον δεν απόλαυσε και τόσο τη βόλτα.

Οι άντρες άφηναν κάτω τα κύπελλά τους μόλις πλησίαζε, και στέκονταν προσοχή μέχρι να περάσει. Έτριζε τα δόντια του όποτε κάποιος με τον οποίο μεγάλωσαν μαζί ή, ακόμα χειρότερα, κάποιος που τον έστελνε σε διάφορα θελήματα όταν ήταν μικρός τον αποκαλούσε Άρχοντα Πέριν. Δεν το έκαναν όλοι, αλλά αρκετοί. Κάμποσοι, δηλαδή. Έπειτα από λίγη ώρα κουράστηκε να τους λέει να πάψουν να τον αποκαλούν έτσι, και τα παράτησε. Η συνηθισμένη απάντηση στο αίτημα του ήταν: «Ω, ό,τι πεις, Άρχοντα Πέριν». Ήταν αρκετό για να τον κάνει να ουρλιάξει από εκνευρισμό!

Ωστόσο, έκανε πού και πού μερικές στάσεις για να πει μια κουβέντα με τους άντρες του. Πάντως, δεν έπαψε να έχει τα μάτια του και τα ρουθούνια του ανοικτά. Όλοι ήταν αρκετά μυαλωμένοι ώστε να διατηρούν σε καλή κατάσταση τα τόξα τους και να φροντίζουν τα φτερά και τις αιχμές στα βέλη τους, αλλά μερικοί φορούσαν μπότες τόσο ταλαιπωρημένες, ώστε φαίνονταν τα πέλματά τους από κάτω, ενώ οι πισινοί τους μισοδιακρίνονταν από τα φθαρμένα παντελόνια τους, χωρίς οι ίδιοι να δίνουν καμιά σημασία. Άλλοι άφηναν τις φλύκταινες να κακοφορμίζουν, γιατί δεν έμπαιναν στον κόπο να τις περιποιηθούν. Κάποιοι είχαν τη συνήθεια να πίνουν πολύ μπράντι όποτε τους δινόταν η ευκαιρία, και δυο τρεις από δαύτους το είχαν παρακάνει. Μια μέρα πριν φτάσουν στην Μπεθάλ, είχαν προσέξει ένα μικρό χωριό με —ούτε λίγο ούτε πολύ— τρία πανδοχεία.

Ήταν πολύ παράξενο. Το να του λέει η Κυρά Λούχαν ή η μάνα του πως χρειαζόταν καινούργιες μπότες ή ότι τα παντελόνια του ήθελαν μαντάρισμα ήταν κάτι που ανέκαθεν τον έφερνε σε δύσκολη θέση, κι ήταν σίγουρος πως θα εκνευριζόταν το ίδιο απ’ όποιον κι αν το άκουγε, εκτός κι αν αυτός ο κάποιος ήταν ο γκριζαρισμένος και γηραλέος Τζόνταϊν Μπάραν. Ωστόσο, οι άντρες των Δύο Ποταμών έλεγαν απλώς «Έχεις δίκιο, Άρχοντα Πέριν. Θα το φροντίσω αμέσως» ή κάτι ανάλογο. Καθώς συνέχιζε να προχωρεί, έπιασε με τη ματιά του κάμποσους από αυτούς να χαμογελούν διάπλατα. Και μύριζαν ευχαρίστηση! Ξετρύπωσε ένα πήλινο λαγήνι με μπράντι αχλαδιού από το δισάκι του Τζόρι Κόνγκαρ, ενός λιπόσαρκου άντρα, που έτρωγε διπλάσια ποσότητα φαγητού από τους υπόλοιπους, αλλά έμοιαζε λες κι είχε να φάει μια βδομάδα, ήταν εύστοχος στη βολή με τόξο, έπινε όποτε του δινόταν η ευκαιρία μέχρι που δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθιος, κι είχε ανάλαφρα δάχτυλα. Ο Τζόρι τον κοίταξε με μάτια γουρλωμένα κι άπλωσε τα χέρια του σαν να μη γνώριζε το παραμικρό για το λαγήνι. Καθώς, όμως, ο Πέριν συνέχισε να προχωράει αδειάζοντας το περιεχόμενο της στάμνας στο έδαφος, ο Τζόρι γέλασε κι είπε: «Δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα από τον Άρχοντα Πέριν!» Ακουγόταν περήφανος! Μερικές φορές, ο Πέριν νόμιζε πως ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με σώας τας φρένας.

Πρόσεξε και κάτι άλλο. Όλοι τους, λίγο πολύ, ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για όσα δεν έλεγε. Όλο και κάποιος άντρας έριχνε ματιές στα δύο λάβαρα που, από ένα φευγαλέο ράπισμα του αέρα, ανέμιζαν πού και πού πάνω στα κοντάρια· η Κόκκινη Λυκοκεφαλή κι ο Κόκκινος Αετός. Κοιτούσαν τα λάβαρα και ταυτόχρονα παρακολουθούσαν τον ίδιο, προσμένοντας την εντολή που έδινε οσάκις εμφανίζονταν αυτά τα δύο λάβαρα από τότε που είχαν φτάσει στην Γκεάλνταν. Συχνά και πριν από αυτό. Μόνο που δεν είχε αναφέρει τίποτα ούτε χτες ούτε και σήμερα, και πρόσεξε τη χαρακτηριστική έκφραση του συλλογισμού να φουντώνει στα πρόσωπά τους. Άφησε πίσω του μερικές αρμαθιές αντρών να κοιτάζουν τόσο τα λάβαρα όσο και τον ίδιο και να μουρμουρίζουν έντονα αναμεταξύ τους. Δεν μπήκε καν στον κόπο να ακούσει τι έλεγαν. Τι θα έλεγαν αν έκανε λάθος, αν οι Λευκομανδίτες κι ο Βασιλιάς Άιλρον αποφάσιζαν να μην ασχοληθούν με τον Προφήτη και με τους Σωντσάν, έτσι ώστε να καταπνίξουν μια υποτιθέμενη εξέγερση; Οι άντρες αυτοί βρίσκονταν υπ’ ευθύνη του κι ήδη είχαν σκοτωθεί κάμποσοι εξαιτίας του.

Μέχρι να τελειώσει την περιπολία, ο ήλιος είχε ανέβει κι άλλο στον ορίζοντα, χύνοντας παντού ένα έντονο πρωινό φως. Πίσω, στη σκηνή, ο Τάλανβορ με τον Λάμγκουιν έσερναν σεντούκια υπό τις οδηγίες της Λίνι, ενώ η Μάιντιν με την Μπριάνε έμοιαζαν να τακτοποιούν τα περιεχόμενα που είχαν αδειάσει σε μια πλατιά έκταση από νεκρό γρασίδι, κουβέρτες και λινά κυρίως, καθώς και περιτυλίγματα από μεταξωτό σατέν, τα οποία προορίζονταν να σκεπάσουν το κρεβάτι που ο Πέριν είχε αφήσει κάπου αφηρημένος. Η Φάιλε μάλλον θα βρισκόταν στο εσωτερικό, μια κι αυτό το τσούρμο των ηλιθίων δρόσιζε τα πόδια του λίγο πιο πέρα. Γι’ αυτούς δεν υπήρχαν ούτε αγγαρείες ούτε θελήματα. Ήταν χρήσιμοι όσο κι οι αρουραίοι σε μια αποθήκη.