Выбрать главу

Ο Πέριν σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά στον Αναχαιτιστή και στον Γοργοπόδη, αλλά όταν κοίταξε ανάμεσα από τα δέντρα, προς τις σειρές των αλόγων, τον είδαν. Τρεις τουλάχιστον πεταλωτές πετάχτηκαν έξω ανήσυχοι παρακολουθώντας τον. Ήταν ογκώδεις άντρες με δερμάτινες ποδιές, καραφλοί όλοι σαν αυγά σε καλάθι, αν κι ο Φάλτον είχε ακόμα μια λευκή φράντζα γύρω από το κεφάλι του, ο Έμιν είχε αρχίσει να γκριζάρει κι ο Τζέρασιντ δεν ήταν ακόμα μεσήλικας. Ο Πέριν γρύλισε μόλις τους είδε. Αν επιχειρούσε να αγγίξει κάποιο άλογο, θα αγρίευαν. Τη μία και μοναδική φορά που είχε επιχειρήσει να αλλάξει ένα φθαρμένο πέταλο στον Αναχαιτιστή, πετάχτηκαν έξω έξι πεταλωτές αρπάζοντας τα εργαλεία τους πριν αυτός προλάβει να αντιδράσει, και παραλίγο να έριχναν κάτω το καστανοκόκκινο ζώο, στη βιασύνη τους να κάνουν αυτοί τη δουλειά.

«Φοβούνται ότι δεν τους εμπιστεύεσαι», είπε ξαφνικά ο Άραμ. Ο Πέριν τον κοίταξε έκπληκτος κι ο Άραμ μετακινήθηκε μέσα στο πανωφόρι του. «Τους μίλησα μια φορά. Πιστεύουν πως, από τη στιγμή που ένας άρχοντας φροντίζει μοναχός του το άλογό του, σημαίνει πως δεν τους έχει εμπιστοσύνη. Θα μπορούσες να τους απαλλάξεις, χωρίς αναγκαστικά να τους στείλεις σπίτι τους». Ο τόνος της φωνής του υποδήλωνε πως θα πρέπει να ήταν ανόητοι για να νομίζουν κάτι τέτοιο, αλλά ο Άραμ λοξοκοίταξε τον Πέριν κι ανασήκωσε τους ώμους του κάπως άβολα. «Μου φαίνεται πως νιώθουν αμηχανία Αν δεν συμπεριφέρεσαι όπως πιστεύουν ότι πρέπει να συμπεριφέρεται ένας άρχοντας, αντανακλά επάνω τους».

«Μα το Φως!» μουρμούρισε ο Πέριν. Το ίδιο είχε πει κι η Φάιλε —σχετικά με την αμηχανία— αλλά ο Πέριν νόμιζε πως ήταν απλώς λόγια της θυγατέρας ενός άρχοντα. Η Φάιλε είχε μεγαλώσει περικυκλωμένη από υπηρέτες, αλλά πώς ήταν δυνατόν μια αρχόντισσα να γνωρίζει τις σκέψεις ενός άντρα που έπρεπε να εργαστεί για να βγάλει το ψωμί του; Κοίταξε συνοφρυωμένος τις γραμμές των αλόγων. Τώρα, πέντε πεταλωτές συγκεντρωμένοι σε ένα σημείο τον κοιτούσαν. Συγχυσμένοι, επειδή ήθελε να φροντίσει τα ίδια του τα άλογα, κι ανήσυχοι μήπως δεν τους ήθελε πια για να τραβούν μαλλί και να ξύνουν το χαλίκι από τον δρόμο. «Εσύ πιστεύεις πως θα έπρεπε να φερθώ σαν ανόητος με μεταξένιο κοντοπαντέλονο;» ρώτησε. Ο Άραμ βλεφάρισε κι άρχισε να κοιτάει εξεταστικά της μπότες του. «Μα το Φως!» γρύλισε ο Πέριν.

Εντόπισε τον Μπέηζελ Γκιλ που ερχόταν βιαστικά από την κατεύθυνση των αμαξών και κίνησε να τον συναντήσει. Πίστευε πως δεν είχε πράξει σωστά που έκανε τον Γκιλ να νιώσει άνετα την προηγούμενη μέρα. Ο εύσαρκος άντρας μιλούσε μόνος του και, για άλλη μια φορά, σκούπιζε το μέτωπό του με ένα μαντίλι, καθώς ιδροκοπούσε μέσα σε ένα τσαλακωμένο, σκούρο γκρίζο πανωφόρι. Η ζέστη της ημέρας είχε αρχίσει να ξαναπαίρνει το πάνω χέρι. Ο άντρας δεν είδε τον Πέριν μέχρι που αυτός ήρθε σχεδόν δίπλα του. Αναπήδησε, χώνοντας το μαντίλι στην τσέπη του πανωφοριού του και κάνοντας μια υπόκλιση. Έμοιαζε ντυμένος στην τρίχα, λες και πήγαινε σε γλέντι.

«Α, Άρχοντα Πέριν. Η Αρχόντισσά σου με διέταξε να πάρω μια άμαξα και να πάω στην Μπεθάλ. Μου ’πε να σου βρω, αν μπορέσω, λίγο Διποταμίτικο ταμπάκ, αλλά δεν το θεωρώ πολύ πιθανό. Η ποικιλία των δυο Ποταμών ήταν ανέκαθεν περιζήτητη και το εμπόριο τη σήμερον ημέρα δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε».

«Σε έστειλε για ταμπάκ;» ρώτησε ο Πέριν συνοφρυωμένος. Ήταν προφανές πως η μυστικότητα δεν ίσχυε πια, αλλά ακόμα κι έτσι... «Αγόρασα τρία βαγένια, δυο χωριά πριν. Είναι αρκετό για όλους».

Ο Γκιλ κούνησε επίμονα το κεφάλι του. «Ναι, αλλά δεν είναι Διποταμίτικη ποικιλία, κι η Αρχόντισσα λέει πως αυτό σου αρέσει περισσότερο από κάθε άλλο. Η Γκεαλντανή μπορεί να είναι ό,τι πρέπει για τους άντρες σου. Εγώ θα είμαι ο σαμπαγιάν σου, έτσι με αποκάλεσε, και θα φροντίσω να προμηθεύεστε κι οι δύο ό,τι είναι αναγκαίο. Δεν διαφέρει και πολύ απ’ ό,τι έκανα όταν είχα την Ευλογία». Φαίνεται πως ο παραλληλισμός τού φάνηκε αστείος κι η κοιλιά του τρεμούλιασε από το σιγανό κακάρισμα. «Έχω φτιάξει ολόκληρη λίστα, αλλά δεν ξέρω πόσα από αυτά θα βρω. Καλό κρασί, βότανα, φρούτα, κεριά και λάδι για τους φανούς, μουσαμά και κυψελίδα, χαρτί και μελάνι, βελόνες, καρφιά, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Θα πάμε εγώ, ο Τάλανβορ κι ο Λάμγκουιν, μαζί με κάποιους από τους ακολούθους της Αρχόντισσάς σου».