Выбрать главу

Τα ισχνά δάχτυλα του Μπάλγουερ αποτραβήχτηκαν αμέσως, λες και κάηκαν, κι έκανε άλλη μία από αυτές τις υποκλίσεις που θύμιζαν πουλί, τρίβοντας τα χέρια του μεταξύ τους. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντά μου. Χωρίς να θέλω να σε πιέσω, δεν είναι φρόνιμο να δείξεις επιπολαιότητα με τους Λευκομανδίτες. Μπορεί να είναι συνετό να τους αποφύγεις, όχι κι απολύτως εφικτό όμως. Βρίσκονται πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι οι Σωντσάν. Ο Ήμον Βάλντα, ο νέος Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής, οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του προς τη βόρεια Αμαδισία πριν ακόμα πέσει το Άμαντορ. Κυνηγούσε κι αυτός τον Προφήτη, Άρχοντά μου. Ο Βάλντα είναι επικίνδυνος άνθρωπος, αλλά μπροστά στον Ράνταμ Ασουνάγουα, τον Μέγα Εξεταστή, φαντάζει πράος. Και φοβάμαι πως κανείς τους δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τον Κύριό σου. Συγχώρεσέ με». Έκανε ακόμα μία υπόκλιση, δίστασε κάπως και συνέχισε σε ήπιο τόνο. «Η επίδειξη του λαβάρου της Μανέθερεν εκ μέρους του Άρχοντα ήταν εμπνευσμένη, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι. Ο Άρχοντάς μου, αν ενεργήσει προσεκτικά, θα αποδειχτεί άξιος αντίπαλος και του Βάλντα και του Ασουνάγουα».

Βλέποντάς τον να υποκλίνεται και να απομακρύνεται, ο Πέριν πίστεψε πως ήξερε πλέον ένα μέρος της ιστορίας του Μπάλγουερ. Ήταν ξεκάθαρο πως είχε έρθει σε σύγκρουση με τους Λευκομανδίτες. Δεν χρειαζόταν κάτι περισσότερο για αυτό από το να έχει βρεθεί στον ίδιο δρόμο μ’ εκείνους ή από ένα συνοφρύωμα σε λανθασμένη στιγμή, μα φαινόταν πως ο Μπάλγουερ κρατούσε κακίες. Ωστόσο, κρίνοντας από την παρατήρησή του σχετικά με τον Κόκκινο Αετό, διέθετε κοφτερό μυαλό. Και κοφτερή γλώσσα, στη σχέση του με τον Αφέντη Γκιλ.

Ο Γκιλ είχε γονατίσει πλάι στη Μάιντιν και μιλούσε βεβιασμένα, παρά τις προσπάθειες της Λίνι να τον κάνει να σιωπήσει. Η Μάιντιν στράφηκε να κοιτάξει τον Μπάλγουερ, καθώς ο άντρας προχώρησε μέσα από τα δέντρα προς τις άμαξες, αλλά πού και πού το βλέμμα της πεταγόταν στον Πέριν. Οι υπόλοιποι ήταν μαζεμένοι κοντά της κοιτώντας πότε τον Μπάλγουερ, πότε τον Πέριν. Αν είχε υπάρξει ποτέ μια ομάδα ανθρώπων που να ανησυχεί τόσο πολύ για κάτι που είπε κάποιος άλλος, ήταν αυτοί. Τι να ήταν, όμως, αυτό για το οποίο ανησυχούσαν μήπως είχε ακούσει; Κακολογίες, το πιθανότερο. Ιστορίες γεμάτες προσβολές και παραπτώματα, αληθινές ή φανταστικές. Δεν ήταν παρά ένα τσούρμο άνθρωποι κλεισμένοι σε ένα κοτέτσι, ραμφίζοντας ο ένας τον άλλον. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα έπρεπε να λάβει μέτρα για να το σταματήσει προτού χυνόταν αίμα. Ο Τάλανβορ θώπευε ξανά τη λαβή του σπαθιού του! Τι σκόπευε να κάνει η Φάιλε με αυτόν τον τύπο;

«Άραμ, θέλω να πας να μιλήσεις με τον Τάλανβορ κι όλους αυτούς. Πες τους όσα μου ανέφερε ο Μπάλγουερ. Μη θίξεις ειδικά το θέμα, αλλά πες τους τα πάντα». Αυτό θα καταπράυνε τους φόβους των διαδόσεων. Η Φάιλε έλεγε πως οι υπηρέτες έπρεπε να νιώθουν σαν στο σπίτι τους. «Αν μπορείς, γίνε φίλος τους, Άραμ. Αν δε αποφασίσεις να κάνεις τα γλυκά μάτια σε κάποια από τις γυναίκες, φρόντισε να είναι η Λίνι. Οι άλλες δύο είναι πιασμένες».

Ο Άραμ φερόταν μελιστάλαχτα σε κάθε χαριτωμένη γυναίκα που συναντούσε, αλλά αυτή τη φορά φάνηκε έκπληκτος και προσβεβλημένος ταυτόχρονα. «Όπως επιθυμείς, Άρχοντα Πέριν», μουρμούρισε κατσουφιασμένα. «Δεν θα αργήσω».

«Θα είμαι με τους Αελίτες».

Ο Άραμ βλεφάρισε. «Α, ωραία. Ίσως μου πάρει λίγο χρόνο μέχρι να πιάσω φιλίες μαζί τους. Μου φαίνεται πως δεν είναι και πολύ διατεθειμένοι να κάνουν φίλους». Λόγια ενός άντρα που κοιτούσε γεμάτος υποψία όποιον πλησίαζε τον Πέριν, εκτός της Φάιλε, και δεν χαμογελούσε σε κανέναν άνθρωπο εκτός αν φορούσε φούστα.

Όπως και να έχει, πήγε κοντά στον Γκιλ και τους υπόλοιπους και κάθισε οκλαδόν. Ακόμα κι από αυτήν την απόσταση, ήταν φανερό πόσο απρόσιτοι ήταν. Συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά τους, λέγοντας πού και πού καμιά κουβέντα στον Άραμ, κι αντάλλασσαν ματιές τόσο με αυτόν όσο και μεταξύ τους. Έμοιαζαν κάπως τρομαγμένοι, σαν τα πράσινα ορτύκια το καλοκαίρι όταν οι αλεπούδες μαθαίνουν κυνήγι τα μικρά τους. Πάντως, μιλούσαν.

Ο Πέριν αναρωτήθηκε σε τι είδους βρωμοδουλειά είχε μπλέξει ο Άραμ με τους Αελίτες —λες κι υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο!— αλλά η απορία του ήταν φευγαλέα. Κάθε είδους σοβαρό πρόβλημα με τους Αελίτες σήμαινε συνήθως πως κάποιος θα πλήρωνε με τη ζωή του, κι αυτός δεν θα ήταν Αελίτης. Η αλήθεια ήταν πως δεν ανυπομονούσε ιδιαίτερα να συναντήσει τις Σοφές. Βημάτισε γύρω-γύρω από τον λόφο αλλά, αντί να σκαρφαλώσει στην πλαγιά, περπάτησε μέχρι τους Μαγιενούς. Απέφευγε τον καταυλισμό τους όσο περισσότερο μπορούσε, κι όχι μονάχα εξαιτίας της Μπερελαίν. Μία τόσο ευαίσθητη μύτη δεν αποτελούσε πάντα πλεονέκτημα.