Ευτυχώς, μια αναζωογονητική αύρα έδιωχνε μακριά τη δυσοσμία, μολονότι δεν έκανε και πολλά για να μειώσει τη ζέστη. Ο ιδρώτας κυλούσε στα πρόσωπα των έφιππων φρουρών με τις πορφυρές πανοπλίες. Μόλις τον είδαν, ορθώθηκαν σαν στέκες πάνω στη σέλα τους κι αυτό κάτι σήμαινε. Εκεί που οι Διποταμίτες κάλπαζαν λες κι εφορμούσαν στα χωράφια, οι Μαγιενοί έμεναν ακίνητοι σαν αγάλματα πάνω στις σέλες τους. Ωστόσο, μπορούσαν κάλλιστα να πολεμήσουν. Φωτός θέλοντος, δεν χρειαζόταν.
Ο Χάβιεν Νουρέλ ήρθε τρέχοντας προς το μέρος του, κουμπώνοντας το πανωφόρι του πριν ο Πέριν προσπεράσει τους φρουρούς. Μια ντουζίνα περίπου αξιωματικοί ακολουθούσαν τον Νουρέλ κατά πόδας, φορώντας όλοι τα πανωφόρια τους, ενώ μερικοί έδεναν τα λουριά στις ερυθρές πανοπλίες τους. Δυο τρεις εξ αυτών κουβαλούσαν υπό μάλης περικεφαλαίες με λεπτά κόκκινα φτερά. Οι πιο πολλοί ήταν αρκετά χρόνια γηραιότεροι του Νουρέλ, κάποιοι μάλιστα είχαν δύο φορές τα χρόνια του, γκριζαρισμένοι άντρες με πρόσωπα σκληρά και βλογιοκομμένα. Η ανταμοιβή του Νουρέλ που βοήθησε στη διάσωση του Ραντ ήταν να προβιβαστεί σε υπαρχηγό του Γκαλίν, τον Πρώτο του Αξιωματικό όπως τον αποκαλούσαν.
«Ο Πρώτος δεν έχει επιστρέψει ακόμα, Άρχοντα Πέριν», είπε ο Νουρέλ, κάνοντας μια υπόκλιση που αμέσως μιμήθηκαν κι οι άλλοι. Ήταν ψηλός και λυγερός άντρας, αλλά δεν έμοιαζε πια τόσο νέος όσο πριν από τα Πηγάδια του Ντουμάι. Υπήρχε μια δριμύτητα στο βλέμμα του, ενώ τα μάτια του είχαν δει περισσότερο αίμα απ’ όσο οι βετεράνοι είκοσι μαχών. Μπορεί το πρόσωπό του να ήταν τραχύ, μα η οσμή του απέπνεε μια επιθυμία να ευχαριστήσει τον αφέντη του. Για τον Χάβιεν Νουρέλ, ο Πέριν Αϋμπάρα ήταν ένας άντρας που μπορούσε να πετάξει ή να περπατήσει πάνω στην επιφάνεια του νερού όποτε το επιθυμούσε. «Οι πρωινές περίπολοι που επέστρεψαν δεν είδαν τίποτα. Αλλιώς, θα σ’ το είχα αναφέρει».
«Φυσικά», αποκρίθηκε ο Πέριν. «Απλώς... ήθελα να ρίξω μια ματιά». Αυτό που εννοούσε ήταν ότι ήθελε να περπατά στα πέριξ για να είναι χαλαρός όταν θα έφτανε η ώρα να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις Σοφές, αλλά ο νεαρός Μαγιενός τον ακολούθησε μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματικούς παρακολουθώντας τον ανήσυχα, μήπως κι έβρισκε κάποιο ψεγάδι στους Φτερωτούς Φρουρούς, μορφάζοντας όποτε πλησίαζαν γυμνόστηθους άντρες που έπαιζαν ζάρια πάνω σε μια απλωμένη κουβέρτα, ή κάποιον που κοιμόταν ακόμα ενώ ο ήλιος είχε ήδη σκαρφαλώσει στον ουρανό. Δεν ενοχλήθηκε· για τον Πέριν, το στρατόπεδο είχε στηθεί μεθοδικά. Ο κάθε άντρας είχε τις κουβέρτες του και χρησιμοποιούσε τη σέλα του ως προσκέφαλο, ούτε δυο βήματα μακριά από το σημείο που ήταν δεμένο το άλογό του, σε ένα από τα μακρόστενα σχοινιά που έγερναν ανάμεσα στους πασσάλους, οι οποίοι ήταν μπηγμένοι στο έδαφος και έφταναν ως το ύψος του στήθους. Κάθε είκοσι βήματα έκαιγε μια φωτιά μαγειρέματος και στον ενδιάμεσο χώρο τα ακόντια σχημάτιζαν κώνους με ατσαλένιες αιχμές. Ολόκληρος ο καταυλισμός σχημάτιζε ένα είδος κουτιού γύρω από πέντε σκηνές, μία εκ των οποίων είχε χρυσαφιές και γαλάζιες ραβδώσεις κι ήταν μεγαλύτερη από τις άλλες τέσσερις μαζί. Όλα ήταν τελείως διαφορετικά από τον φύρδην μίγδην καταυλισμό που είχαν στήσει οι Διποταμίτες.
Ο Πέριν βάδιζε ζωηρά, πασχίζοντας να μη δείχνει πολύ ανόητος. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον το κατόρθωνε. Λαχταρούσε να σταματήσει και να εξετάσει ένα δυο άλογα —να αγγίξει, έστω, μια οπλή δίχως να προκαλέσει τη λιποθυμία κάποιου— αλλά θυμήθηκε όσα του είχε αναφέρει ο Άραμ και κράτησε τα χέρια του κοντά. Όλοι έμοιαζαν εξίσου ξαφνιασμένοι με τον Νουρέλ. Σημαιοφόροι με σκληρά βλέμματα παρακινούσαν τους άντρες να σηκωθούν μπροστά στον Πέριν, αλλά αυτός τους προσπερνούσε με ένα νεύμα πριν προλάβουν καλά-καλά να σταθούν στα πόδια τους. Ψίθυροι γεμάτοι απορία πλανιόνταν στον αέρα πίσω του και τα αυτιά του έπιασαν μερικά σχόλια για τους αξιωματικούς και τους άρχοντες ειδικά και χάρηκε πολύ που ο Νουρέλ κι οι υπόλοιποι δεν άκουσαν τίποτα. Τελικά, βρέθηκε στην άκρη του στρατοπέδου, κοιτώντας τη γεμάτη χαμόκλαδα πλαγιά, εκεί που ήταν αραδιασμένες οι σκηνές των Σοφών. Ελάχιστες Κόρες ήταν ορατές ανάμεσα στα σκόρπια δέντρα, καθώς και μερικοί γκαϊ’σάιν.
«Άρχοντα Πέριν», είπε ο Νουρέλ διστακτικά. «Οι Άες Σεντάι...» Πλησίασε λίγο περισσότερο και χαμήλωσε τη φωνή του μέχρι που έγινε ψίθυρος. «Γνωρίζω καλά πως έχουν ορκιστεί στον Άρχοντα Δράκοντα, και... έχω δει διάφορα, Άρχοντα Πέριν. Όντως ασχολούνται με αγγαρείες! Ποιες, οι Άες Σεντάι! Σήμερα το πρωί, η Μασούρι κι η Σέονιντ έφεραν νερό! Και χτες, αφού επέστρεψες... Νόμισα πως άκουσα κάποιον εκεί πάνω... να κραυγάζει. Φυσικά, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι μια από τις αδελφές», πρόσθεσε βιαστικά και γέλασε, υπονοώντας πόσο γελοία ήταν αυτή η ιδέα, ένα γέλιο τρεμουλιαστό. «Μπορείς να... βεβαιωθείς πως... όλα πάνε καλά μ’ αυτές;» Είχε πέσει πάνω σε σαράντα χιλιάδες Σάιντο που οδηγούσαν διακόσιους λογχοφόρους, αλλά η μόνη του αντίδραση γύρω από αυτό το θέμα ήταν να ανασηκώσει αδιάφορα τους ώμους και να μετακινήσει αμήχανα τα πόδια του. Φυσικά κι είχε πέσει πάνω σε σαράντα χιλιάδες Σάιντο, αλλά μόνο και μόνο επειδή το ήθελαν οι Άες Σεντάι.