Выбрать главу

«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», μουρμούρισε ο Πέριν. Ίσως τα πράγματα να ήταν χειρότερα απ’ όσο φανταζόταν, κι έπρεπε να κάνει κάτι πριν γίνουν ακόμα χειρότερα. Αν μπορούσε. Από μια άποψη, προτιμούσε να αντιμετωπίσει ξανά τους Σάιντο.

Ο Νουρέλ ένευσε καταφατικά, λες κι ο Πέριν είχε υποσχεθεί να κάνει ό,τι του ζητούσε. «Πολύ καλά, λοιπόν», είπε, κι ο τόνος της φωνής του υποδήλωνε ανακούφιση. Λοξοκοιτάζοντας τον Πέριν, ετοιμάστηκε να πει κάτι άλλο, αν και μάλλον δεν θα έθιγε ένα τόσο λεπτό ζήτημα όσο των Άες Σεντάι. «Άκουσα πως επέτρεψες στον Κόκκινο Αετό να παραμείνει».

Ο Πέριν αναπήδησε σχεδόν. Παρά το ότι βρισκόταν στην άλλη μεριά του λόφου, τα νέα ταξίδευαν γρήγορα. «Δεν υπήρχε άλλη λύση», είπε αργά. Η Μπερελαίν έπρεπε να μάθει την αλήθεια, αν όμως την ήξερε πολύς κόσμος, η αλήθεια αυτή θα έφτανε σύντομα στο διπλανό χωριό κι από κει στο παραδίπλα αγρόκτημα. «Κάποτε, όλο αυτό το μέρος αποτελούσε κομμάτι της Μανέθερεν», πρόσθεσε, λες κι ο Νουρέλ δεν το ήξερε ήδη. Την αλήθεια! Είχε φθάσει στο σημείο να τη διαστρεβλώνει όπως οι Άες Σεντάι, και μάλιστα μπροστά στους δικούς του άντρες. «Στοιχηματίζω πως δεν είναι η πρώτη φορά που η σημαία αυτή κυματίζει εδώ, αλλά κανείς από εκείνους τους τύπους δεν είχε την υποστήριξη του Αναγεννημένου Δράκοντα». Κι αν αυτά τα λόγια δεν αποτελούσαν τον κατάλληλο σπόρο, τότε δεν είχε ιδέα από όργωμα.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως ακόμα κι ο τελευταίος Φτερωτός Φρουρός, μαζί κι οι αξιωματικοί, είχαν τη ματιά τους καρφωμένη επάνω του. Αναρωτιόνταν, αναμφίβολα, τι ήταν αυτά που έλεγε και για ποιον λόγο είχε κάνει όλο αυτόν τον κόπο να έρθει εδώ. Ακόμα κι αυτός ο λιπόσαρκος, καραφλός γερο-στρατιώτης, τον οποίο ο Γκαλίν αποκαλούσε σκυλοληστή, τον κοιτούσε επίμονα, όπως επίσης οι υπηρέτριες της Μπερελαίν, ένα ζευγάρι πλαδαρές γυναίκες με συνηθισμένα πρόσωπα, ντυμένες κατάλληλα για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη σκηνή της αφέντρα τους. Ο Πέριν δεν είχε παρατηρήσει τίποτα ιδιαίτερο, αλλά ήξερε πως έπρεπε να τους εκθειάσει με κάποιον τρόπο.

Υψώνοντας τη φωνή του, για να ακουστεί, είπε: «Οι Φτερωτοί Φρουροί θα κάνουν περήφανο το Μαγιέν, αν στο μέλλον αντιμετωπίσουμε κάτι αντίστοιχο με τα Πηγάδια του Ντουμάι». Ήταν τα πρώτα λόγια που του ήρθαν στο μυαλό, αλλά έκανε μια γκριμάτσα μόλις τα πρόφερε.

Προς μεγάλη του κατάπληξη, αλαλαγμοί ακούστηκαν ανάμεσα στις τάξεις των στρατιωτών, οι οποίοι άρχισαν να τον επευφημούν: «Ζήτω ο Πέριν ο Χρυσομάτης!» και «Το Μαγιέν για τον Χρυσομάτη!» κι «Ο Χρυσομάτης κι η Μανέθερεν!» Οι άντρες χόρευαν και χοροπηδούσαν, και αερικοί άρπαξαν τα δόρατα από τους σωρούς και τα κουνούσαν έτσι που τα κόκκινα σημαιάκια να κυματίζουν στην αύρα. Οι ψαρομάλληδες σημαιοφόροι τους παρακολουθούσαν με τα χέρια σταυρωτά, νεύοντας επιδοκιμαστικά. Ο Νουρέλ έλαμπε ολόκληρος, κι όχι μονάχα αυτός. Αξιωματικοί με γκρίζα μαλλιά κι ουλές στο πρόσωπο χαμογελούσαν σαν αγοράκια που ανταμείφθηκαν επειδή είχαν διαβάσει τα μαθήματά τους. Μα το Φως, πράγματι ήταν ο μοναδικός που είχε σώας τας φρένας! Ευχήθηκε να μην ξανάβλεπε ποτέ του μάχη!

Αναρωτώμενος αν όλη αυτή η εκδήλωση θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα σε σχέση με την Μπερελαίν, ο Πέριν αποχαιρέτισε τον Νουρέλ και τους υπόλοιπους και ξεκίνησε να ανηφορίζει την πλαγιά μέσα από τα νεκρά φύλλα και τους θάμνους που δεν του έφταναν ούτε μέχρι τη μέση. Καφετιά ζιζάνια έτριζαν κάτω από τις μπότες του, ενώ οι αλαλαγμοί εξακολουθούσαν να γεμίζουν το στρατόπεδο των Μαγιενών. Ακόμα κι αν μάθαινε την αλήθεια, η Πρώτη δεν θα ήταν διόλου ευχαριστημένη όταν θα έβλεπε τους στρατιώτες της να τον επευφημούν με αυτόν τον τρόπο. Βέβαια, είχε και τα καλά του αυτό. Ίσως να εκνευριζόταν τόσο, ώστε να έπαυε να του γίνεται τσιμπούρι.

Λίγο πριν από την κορυφή, σταμάτησε για να ακούσει τις επευφημίες που σιγά-σιγά έσβηναν. Κανείς δεν επρόκειτο να τον επευφημήσει από την άλλη μεριά. Όλα τα πλάγια υφασμάτινα ανοίγματα ήταν κατεβασμένα στις χαμηλές καφετιές και γκρίζες σκηνές των Σοφών σαν να τις περιέκλειαν στο εσωτερικό τους. Ελάχιστες από τις Κόρες ήταν ορατές. Καθισμένες οκλαδόν κάτω από ένα χαμόδεντρο, στο φύλλωμα του οποίου είχε απομείνει λίγη πρασινάδα, τον κοιτούσαν περίεργα. Τα δάχτυλά τους κινήθηκαν γρήγορα, με τον τρόπο που είχαν αναπτύξει για να μιλούν μεταξύ τους με νοήματα. Ένα λεπτό αργότερα, η Σούλιν —ψηλή και νευρώδης, με ένα ροδαλό σημάδι χαραγμένο στο ηλιοκαμένο της μάγουλο— σηκώθηκε μετακινώντας το βαρύ μαχαίρι που είχε περασμένο στη ζώνη της, και προχώρησε προς το μέρος του. Έριξε μια ματιά προς την κατεύθυνση απ’ όπου είχε έρθει ο Πέριν και φάνηκε ανακουφισμένη που ήταν μόνος του, μολονότι ποτέ δεν ήξερες τι ακριβώς αισθάνονται οι Αελίτες.