«Καλό αυτό, Πέριν Αϋμπάρα», του είπε σιγανά. «Οι Σοφές είναι δυσαρεστημένες που τις ανάγκασες να έρθουν εδώ. Μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να δυσαρεστήσει τις Σοφές, και δεν σε έχω για τέτοιον».
Ο Πέριν έξυσε τη γενειάδα του. Απέφευγε όσο μπορούσε τις Σοφές —και τις Άες Σεντάι— αλλά δεν σκόπευε να τις αναγκάσει να έρθουν σ’ αυτόν. Με απλά λόγια και για να το πούμε κάπως πιο ευγενικά, δεν τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα η παρέα τους. «Λοιπόν, πρέπει να δω αμέσως την Εντάρα», της είπε. «Πρόκειται για τις Άες Σεντάι».
«Ίσως τελικά να έκανα λάθος», είπε ξερά η Σούλιν. «Θα της το πω, όμως». Έκανε να φύγει, αλλά σταμάτησε απότομα. «Πες μου κάτι. Ο Τέρυλ Γουάιντερ κι ο Φούρεν Αλχάρα συνδέονται με τη Σέονιντ Τράιγκαν —όπως οι πρωταδελφοί με μια πρωταδελφή, μια κι αυτή δεν πολυσυμπαθεί τους άντρες— ωστόσο προσφέρθηκαν να τιμωρηθούν για χάρη της. Πώς μπόρεσαν να την ντροπιάσουν έτσι;»
Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν βγήκε λέξη. Ένα ζευγάρι γκαϊ’σάιν εμφανίστηκε από την αντίθετη μεριά της πλαγιάς, καθένας εκ των οποίων οδηγούσε δύο από τα υποζύγια των Αελιτών. Οι άντρες με τα λευκά χιτώνια πέρασαν λίγα βήματα πιο πέρα, κατευθυνόμενοι προς το ποταμάκι. Ο Πέριν δεν ήταν σίγουρος, αλλά πίστευε πως κι οι δύο ήταν Σάιντο. Το βλέμμα τους ήταν χαμηλωμένο και πειθήνιο, λες και καλά-καλά δεν κοιτούσαν πού βάδιζαν. Με τις διάφορες μικροαγγαρείες που έκαναν, χωρίς να τους βλέπει κανείς, είχαν κάθε ευκαιρία να το σκάσουν. Παράξενοι άνθρωποι.
«Βλέπω πως κι εσύ σοκαρίστηκες», είπε η Σούλιν. «Ήλπιζα πως μπορούσες να δώσεις μια εξήγηση. Θα μιλήσω στην Εντάρα». Κίνησε για τις σκηνές, αλλά πρόσθεσε πάνω από τον ώμο της, «Εσείς οι υδρόβιοι είσαστε πολύ παράξενοι, Πέριν Αϋμπάρα».
Ο Πέριν την κοίταξε βλοσυρά κι, όταν η γυναίκα εξαφανίστηκε μέσα σε κάποια σκηνή, κοίταξε συνοφρυωμένος τους δύο γκαϊ’σάιν που οδηγούσαν τα ζωντανά προς το νερό. Οι υδρόβιοι παράξενοι; Μα το Φως! Άρα, καλά άκουσε ο Νουρέλ. Δεν ήταν της παρούσης να χώσει τη μύτη του στο τι έτρεχε ανάμεσα στις Σοφές και τις Άες Σεντάι. Έπρεπε να το είχε κάνει από καιρό. Ευχήθηκε να μην ήταν σαν να έχωνε τη μύτη του σε σφηκοφωλιά.
Φάνηκε να περνάει πολλή ώρα μέχρι να εμφανιστεί ξανά η Σούλιν, αλλά κι όταν ξαναφάνηκε, η διάθεση του δεν βελτιώθηκε. Του κράτησε ανοικτή την υφασμάτινη είσοδο και χτύπησε ελαφρά και περιφρονητικά με το δάχτυλό της το μαχαίρι που είχε περασμένο στη ζώνη του καθώς αυτός έσκυβε για να μπει μέσα. «Θα έπρεπε να είσαι καλύτερα αρματωμένος γι’ αυτόν τον χορό, Πέριν Αϋμπάρα», του είπε.
Όταν πέρασε στο εσωτερικό, παρατήρησε προς μεγάλη του έκπληξη και τις έξι Σοφές να κάθονται σταυροπόδι πάνω σε χρωματιστά φουντωτά μαξιλαράκια, με τις εσάρπες τυλιγμένες γύρω από τη μέση τους και τις φούστες μεθοδικά τακτοποιημένες σαν βεντάλιες πάνω στα απλωμένα χαλιά. Ήλπιζε να αντικρίσει μονάχα την Εντάρα. Καμιά τους δεν φαινόταν πάνω από τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερη του, μερικές μάλιστα θα πρέπει να ήταν συνομήλικές του, όμως ανέκαθεν τον έκαναν να αισθάνεται σαν να είχε απέναντί του τα γηραιότερα μέλη του Κύκλου των Γυναικών, αυτές που είχαν χρειαστεί χρόνια μέχρι να μάθουν να μυρίζονται τα μυστικά σου. Ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει την οσμή της μίας γυναίκας από την άλλη, αλλά δεν χρειαζόταν. Έξι βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω του, από το ουράνιο γαλάζιο της Τζανίνα μέχρι το θαμπό μενεξεδένιο της Μαρλίν, για να μην αναφέρουμε το διαπεραστικό πράσινο της Νέβαριν. Κάθε ματιά ήταν και μια σουβλιά.
Με μια κοφτή κίνηση, η Εντάρα τού έκανε νόημα να πάρει μόνος του ένα μαξιλαράκι, πράγμα που ο Πέριν εκτίμησε δεόντως, αν και στο σημείο που κάθισε, τις είχε όλες απέναντί του σε ημικύκλιο. Ίσως οι ίδιες οι Σοφές να είχαν σχεδιάσει αυτές τις σκηνές, έτσι ώστε να αναγκάζουν τους άντρες να σκύβουν αν ήθελαν να σταθούν όρθιοι. Παραδόξως, υπήρχε περισσότερη δροσιά στο σκοτεινό εσωτερικό, μολονότι εξακολουθούσε να ιδρώνει. Μπορεί να μην ξεχώριζε τη μία από την άλλη, αλλά τούτες εδώ οι γυναίκες μύριζαν σαν λύκοι που καλομελετάνε μια δεμένη γίδα. Ένας γκαϊ’σάιν με τετράγωνο πρόσωπο, μισή φορά πιο ογκώδης από τον ίδιον, γονάτισε για να προσφέρει μια χρυσή κούπα με σκουρόχρωμο παντς, ακουμπισμένη πάνω σε έναν περίτεχνο ασημένιο δίσκο. Οι Σοφές κρατούσαν ήδη παράταιρες ασημένιες κούπες και ψηλά ποτήρια. Δίχως να είναι σίγουρος τι μπορεί να σήμαινε το ότι του πρόσφεραν χρυσή κούπα —ίσως τίποτα, αλλά ποιος μπορούσε να ξέρει με τους Αελίτες;— ο Πέριν την πήρε προσεκτικά στα χέρια του. Ανέδιδε άρωμα δαμάσκηνων. Ο τύπος έκανε μια μειλίχια υπόκλιση, όταν η Εντάρα χτύπησε παλαμάκια, και βγήκε από τη σκηνή οπισθοχωρώντας σκυμμένος. Η μισοθεραπευμένη χαρακιά στο τραχύ του πρόσωπο χρονολογούνταν μάλλον από την εποχή των Πηγαδιών του Ντουμάι.