Κοίταξε τριγύρω μήπως δει τις αδελφές, και βρήκε τη Μασούρι. Ανάμεσα σε δύο δέντρα είχε δεθεί ένα στενό σχοινί, πάνω στο οποίο ήταν κρεμασμένο ένα κοκκινοπράσινο χαλί με κρόσσια. Η λυγερόκορμη Καφετιά το χτυπούσε με έναν κρούστη από λυγισμένο ξύλο, ανασηκώνοντας λεπτά σύννεφα σκόνης, κόκκους που αιωρούνταν λαμποκοπώντας στον πρωινό ήλιο. Ο Πρόμαχός της, ένας στιβαρός άντρας με αραιά μαύρα μαλλιά, καθόταν σε έναν πεσμένο κορμό εκεί κοντά, παρακολουθώντας τη σκυθρωπός. Ο Ροβέρ Κίρκλιν είχε έτοιμο πάντα ένα χαμόγελο, αλλά φαίνεται πως σήμερα ήταν θαμμένο βαθιά. Η Μασούρι πρόσεξε τον Πέριν και, δίχως να σταματήσει να χτυπάει το χαλί, του έστειλε ένα βλέμμα τέτοιας παγερότητας και κακίας, που ο άντρας αναστέναξε. Κι όμως, αυτή ήταν που έκανε τις ίδιες σκέψεις με εκείνον. Παρόμοιες, τουλάχιστον. Ένα γεράκι με κόκκινη ουρά πέρασε πάνω από τα κεφάλια τους, καβαλώντας τα ανοδικά ρεύματα του καυτού αέρα που περνούσε από λόφο σε λόφο, χωρίς να χρειάζεται να πλαταγίσει τις απλωμένες φτερούγες του. Πόσο όμορφα θα ήταν να πετούσε μακριά από όλα αυτά. Μπροστά του είχε ένα τείχος από σίδερο, όχι όνειρα από ασήμι.
Νεύοντας στη Σούλιν και στις Κόρες, που έμοιαζαν να έχουν ριζώσει κάτω από τη χαμοδάφνη, ο Πέριν στράφηκε να φύγει, αλλά σταμάτησε. Δύο άντρες σκαρφάλωναν στον λόφο, εκ των οποίων ο ένας ήταν Αελίτης, ντυμένος με τα γκρίζα, καφετιά και πράσινα του καντιν’σόρ, με το θηκαρωμένο τόξο περασμένο στην πλάτη του, με μια φαρέτρα από την οποία εξείχαν οι γουρουνότριχες των βελών δεμένη στη ζώνη του και κρατώντας στο χέρι το δόρυ και τη στρογγυλή αγκράφα της προβιάς του. Ο Γκαούλ ήταν φίλος κι ο μοναδικός άντρας ανάμεσα στους Αελίτες που δεν φορούσε λευκά. Ο σύντροφος του, ένα κεφάλι κοντύτερος, φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο καθώς και πανωφόρι και παντελόνια σε θαμπό πράσινο χρώμα και δεν ήταν Αελίτης. Στη ζώνη του είχε κι αυτός περασμένη μια γεμάτη φαρέτρα, καθώς κι ένα μαχαίρι μακρύτερο και βαρύτερο από του Αελίτη, αλλά αυτός κουβαλούσε στο χέρι το τόξο του, το οποίο ήταν πολύ κοντύτερο από το μακρουλό τόξο που είχαν οι άντρες των Δύο Ποταμών αλλά μακρύτερο από τα κεράτινα τόξα των Αελιτών. Παρά τη φορεσιά του, δεν έμοιαζε με αγρότη αλλά ούτε και με αστό. Ίσως να έφταιγαν τα γκριζαρισμένα μαλλιά του, που ήταν δεμένα στον σβέρκο του και κρέμονταν έως τη μέση του, η γενειάδα που απλωνόταν δαντελωτά πάνω στο στήθος του, ή πάλι ο τρόπος που περπατούσε, παρόμοιος με του άλλου άντρα στο πλάι του, αποφεύγοντας τα βάτα του λόφου, προσέχοντας να μην πατήσει κανένα κλαράκι, να μην τσακίσει κανένα ζιζάνιο κάτω από τα πόδια του. Ο Πέριν είχε να τον δει πάρα πολύ καιρό.
Φτάνοντας στη λοφοκορυφή, ο Ιλάυας Ματσίρα κοίταξε τον Πέριν εξεταστικά, με τα χρυσαφιά του μάτια να γυαλίζουν αμυδρά στη σκιά του γείσου του καπέλου του. Τα μάτια του είχαν αυτή τη μορφή αρκετά χρόνια πριν την αποκτήσουν και τα μάτια του Πέριν· ο Ιλάυας είχε γνωρίσει τον Πέριν στους λύκους. Τότε, ήταν ντυμένος με προβιές. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, αγόρι μου», είπε ήσυχα. Ο ιδρώτας γυάλιζε στο πρόσωπό του, κάπως περισσότερο απ’ ό,τι στο πρόσωπο του Γκαούλ. «Το αποχωρίστηκες τελικά εκείνο το τσεκούρι; Είχα την εντύπωση πως δεν θα έπαυες ποτέ να το μισείς».
«Κι ακόμα το μισώ», αποκρίθηκε ο Πέριν, εξίσου ήσυχα. Πριν πολύ καιρό, ο πάλαι ποτέ Πρόμαχος του είχε πει να κρατήσει το τσεκούρι μέχρι να πάψει να μισεί να το χρησιμοποιεί. Ωστόσο, μα το Φως, εξακολουθούσε να το μισεί! Και, μάλιστα, τώρα είχε επιπλέον λόγους. «Τι κάνεις σε τούτο το μέρος του κόσμου, Ιλάυας; Πού σε βρήκε ο Γκαούλ;»
«Αυτός με βρήκε», είπε ο Γκαούλ. «Δεν είχα πάρει είδηση ότι με ακολουθούσε, μέχρι που έβηξε». Μιλούσε αρκετά δυνατά, έτσι ώστε να ακούγεται από τις Κόρες, κι η ξαφνική ηρεμία ανάμεσά τους έμοιαζε συμπαγής, λες και μπορούσες να την αγγίξεις.
Ο Πέριν περίμενε μερικά, τουλάχιστον, αιχμηρά σχόλια —το Αελίτικο χιούμορ ήταν σχεδόν αιμοβόρο κι οι Κόρες άρπαζαν οποιαδήποτε ευκαιρία για να χλευάσουν τον πρασινομάτη άντρα— αλλά αντί γι’ αυτό, κάποιες από τις γυναίκες άρπαξαν τα δόρατα και τις αγκράφες κι άρχισαν να τα χτυπούν μαζί, σαν να επιδοκίμαζαν το αστείο του. Ο Γκαούλ ένευσε, εγκρίνοντας την πράξη τους.