Ο Ιλάυας γρύλισε διφορούμενα και τράβηξε περισσότερο το καπέλο του. Πάντως, η οσμή του υποδήλωνε πως ήταν ευχαριστημένος. Οι Αελίτες από αυτή τη μεριά του Δρακοτείχους δεν φημίζονταν και πολύ για τις συναινέσεις τους. «Θα επιθυμούσα να προχωρήσω», είπε στον Πέριν, «μια και, παρεμπιπτόντως, βρέθηκα στην Γκεάλνταν όταν κάποιοι κοινοί φίλοι μού είπαν ότι ταξιδεύεις με όλη αυτήν την παρέα». Δεν ανέφερε ποιοι ήταν αυτοί οι κοινοί φίλοι. Δεν ήταν συνετό να αναφέρεις ανοικτά ότι έχεις επικοινωνία με τους λύκους. «Μου είπαν κάμποσα πράγματα. Μου είπαν πως μυρίζονται κάποια επερχόμενη αλλαγή. Δεν ξέρουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Ίσως ξέρεις εσύ. Άκουσα πως ακολουθείς τον Αναγεννημένο Δράκοντα».
«Δεν ξέρω», είπε αργά ο Πέριν. Αλλαγή; Δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει τους λύκους τίποτα παραπάνω από το πού ακριβώς θα συναντούσε μεγάλες ομάδες ανθρώπων, έτσι ώστε να τους αποφύγει. Ακόμα κι εδώ, στην Γκεάλνταν, αισθανόταν μερικές φορές ότι οι λύκοι τον κατηγορούσαν για τους νεκρούς τους στα Πηγάδια του Ντουμάι. Τι είδους αλλαγή; «Ο Ραντ σίγουρα θα αλλάξει μερικά πράγματα, αλλά δεν έχω ιδέα τι μπορεί να εννοούν. Μα το Φως, όλος ο κόσμος έχει έρθει ανάποδα και κανείς δεν δίνει σημασία».
«Όλα αλλάζουν», είπε ο Γκαούλ αποπεμπτικά. «Το όνειρο παρασύρεται με τον άνεμο μέχρι να ξυπνήσουμε». Για μια στιγμή, κοίταξε εξεταστικά τον Πέριν και τον Ιλάυας, συγκρίνοντας τα μάτια τους· ο Πέριν ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ωστόσο, δεν είπε τίποτα. Φαίνεται πως οι Αελίτες θεωρούσαν τους χρυσομάτηδες ως ακόμα μια παραδοξότητα ανάμεσα στους υδρόβιους, «Θα σας αφήσω να τα πείτε. Οι φίλοι που έχουν καιρό να ιδωθούν πρέπει να κουβεντιάσουν εκτενώς. Σούλιν, βρίσκονται εδώ γύρω η Τσιάντ κι η Μπάιν; Τις είδα χτες να κυνηγούν, και σκέφτηκα να τους δείξω πώς να τραβούν το τόξο, έτσι ώστε να μην κινδυνεύουν να τραυματιστούν».
«Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που επέστρεψες σήμερα», αποκρίθηκε η ασπρομάλλα γυναίκα. «Έφυγαν για να στήσουν παγίδες για τα κουνέλια». Γέλια κυμάτισαν ανάμεσα στις Κόρες, ενώ τα δάχτυλα τους πετάριζαν καθώς αντάλλασσαν μηνύματα χειρομιλίας.
Αναστενάζοντας, ο Γκαούλ κύλησε τα μάτια του προς τα επάνω με μια φιγουράτη κίνηση. «Σε αυτήν την περίπτωση, νομίζω πως πρέπει να πάω να τα ελευθερώσω». Πολλές Κόρες, συμπεριλαμβανομένης της Σούλιν, γέλασαν με το αστείο του. «Είθε να βρεις σκιά σήμερα», είπε στον Πέριν — ένας πρόχειρος αποχαιρετισμός ανάμεσα σε φίλους. Αντάλλαξε μια τυπική χειραψία με τον Ιλάυας κι είπε: «Η τιμή μου είναι και δική σου, Ιλάυας Ματσίρα».
«Παράξενος τύπος», μουρμούρισε ο Ιλάυας παρακολουθώντας τον Γκαούλ να κατηφορίζει δρασκελίζοντας τον λόφο. «Όταν έβηξα, στράφηκε προς το μέρος μου έτοιμος να με σκοτώσει, έτσι νόμιζα δηλαδή, αλλά αυτός άρχισε να γελάει. Έχετε καμιά αντίρρηση να μετακινηθούμε κάπου αλλού; Δεν γνωρίζω ποια είναι αυτή η αδελφή που πασχίζει να δολοφονήσει αυτό το κιλίμι, αλλά δεν το διακινδυνεύω με τις Άες Σεντάι». Η ματιά του στένεψε. «Ο Γκαούλ λέει πως υπάρχουν τρεις από δαύτες μαζί σας. Δεν πιστεύω να περιμένετε να ανταμώσετε κι άλλες, ε;»
«Ελπίζω πως όχι», απάντησε ο Πέριν. Η Μασούρι κοιτούσε προς το μέρος τους ανάμεσα στα χτυπήματα που έδινε με τον κρούστη. Σύντομα θα μάθαινε σχετικά με τα μάτια του Ιλάυας και θα άρχιζε να ξεψαχνίζει τι άλλο τον συνέδεε με τον Πέριν. «Έλα. Έτσι κι αλλιώς, είναι ώρα να γυρίσω κι εγώ στον καταυλισμό μου. Ανησυχείς μπας και πετύχεις καμιά Άες Σεντάι που να σε ξέρει;» Οι μέρες του Ιλάυας ως Προμάχου είχαν πάρει τέλος όταν μαθεύτηκε πως μπορούσε να μιλάει στους λύκους. Μερικές αδελφές το είχαν θεωρήσει σημάδι του Σκοτεινού κι εκείνος είχε χρειαστεί να σκοτώσει άλλους Προμάχους για να καταφέρει να το σκάσει.
Ο γηραιότερος άντρας περίμενε να απομακρυνθούν καμιά ντουζίνα βήματα από τις σκηνές πριν απαντήσει, αλλά και τότε ακόμα μίλησε σιγανά, λες κι υποπτευόταν ότι κάποιος πίσω τους είχε εξίσου καλή ακοή με αυτούς. «Και μία μόνο να βρεθεί που να ξέρει το όνομά μου, θα έχουμε πρόβλημα. Οι Πρόμαχοι δεν το σκάνε κάθε μέρα, αγόρι μου. Οι περισσότερες Άες Σεντάι θα ελευθέρωναν έναν άντρα που θέλει πραγματικά να φύγει, αλλά και πάλι μπορούν να τον εντοπίσουν όσο μακριά κι αν πάει, αν αποφασίσουν να τον κυνηγήσουν. Μια αδελφή όμως που θα έβρισκε έναν αποστάτη θα περνούσε πολύ όμορφα μαζί του, κάνοντας τον να μετανιώσει για τη μέρα που γεννήθηκε». Ρίγησε ελαφρά. Η οσμή του δεν πρόδιδε φόβο αλλά προσμονή πόνου. «Κατόπιν, θα τον επέστρεφε στην Άες Σεντάι που ανήκε, για να πάρει ένα ακόμα μάθημα. Ύστερα κι από αυτό, ο συγκεκριμένος άντρας παύει να είναι ο ίδιος». Μόλις έφτασαν στην άκρη της πλαγιάς, κοίταξε πίσω. Η Μασούρι όντως έμοιαζε να πασχίζει να δολοφονήσει το χαλάκι, εστιάζοντας όλη της την οργή στην προσπάθεια να του ανοίξει μια τρύπα στη μέση. Ο Ιλάυας αναρίγησε ξανά. «Το χειρότερο θα ήταν να πέσω πάνω στη Ρίνα. Καλύτερα να βρεθώ σε δάσος που έχει αρπάξει φωτιά και με τα πόδια σπασμένα».