Выбрать главу

«Η Ρίνα είναι η Άες Σεντάι σου; Πως, όμως, γίνεται να πέσεις επάνω της; Ο δεσμός σού δίνει τη δυνατότητα να ξέρεις πού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή». Κάτι αναμοχλεύτηκε στη μνήμη του Πέριν, αλλά ό,τι κι αν ήταν, χάθηκε με την απάντηση του Ιλάυας.

«Μερικές από αυτές έχουν την ικανότητα να σπάσουν τον δεσμό με κάποιον τρόπο. Ίσως να μπορούν να το κάνουν όλες. Σε μια τέτοια περίσταση, το μόνο που μπορείς να γνωρίζεις είναι πως η Άες Σεντάι σου είναι ακόμα ζωντανή, κάτι που εγώ το ξέρω παρεμπιπτόντως, μια και δεν έχω τρελαθεί ακόμα». Ο Ιλάυας πρόσεξε την έκφραση απορίας στο πρόσωπό του κι άρχισε να γελάει. «Μα το Φως, άνθρωπε μου, κι οι αδελφές είναι φτιαγμένες από σάρκα κι οστά. Οι περισσότερες, δηλαδή. Για σκέψου το. Θα ήθελες να είναι κάποιος μέσα στο κεφάλι σου ενώ εσύ αγκαλιάζεις μια πόρνη; Συγγνώμη, ξέχασα πως τώρα είσαι παντρεμένος. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Πάντως, εξεπλάγην όταν έμαθα ότι παντρεύτηκες μια γυναίκα από τη Σαλδαία».

«Εξεπλάγης;» Ο Πέριν δεν είχε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο σχετικά με τον δεσμό των Προμάχων. Μα το Φως! Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σκεφτεί ποτέ κάτι παρόμοιο και για τις Άες Σεντάι. Έμοιαζε τόσο πιθανό όσο κι... όσο κι ένας άντρας που μιλάει στους λύκους. «Και γιατί εξεπλάγης τόσο πολύ;» Συνέχισαν να προχωρούν ανάμεσα στα δέντρα κατεβαίνοντας από αυτή τη μεριά του λόφου, δίχως να βιάζονται και δίχως να κάνουν θόρυβο. Ο Πέριν ανέκαθεν ήταν καλός κυνηγός, εξοικειωμένος με τα δάση, κι ο Ιλάυας μόλις που πατούσε τα φύλλα κάτω από τις μπότες του, γλιστρώντας απαλά μέσα από τα χαμόκλαδα, χωρίς να κουνάει ούτε κλαδάκι. Θα μπορούσε να έχει περάσει το τόξο πάνω από τον ώμο του, αλλά προτίμησε να το κρατάει ανά χείρας σε ετοιμότητα. Ο Ιλάυας ήταν πολύ επιφυλακτικός άνθρωπος, ειδικά ανάμεσα σε κόσμο.

«Να, επειδή είσαι χαμηλών τόνων άνθρωπος και φαντάστηκα πως θα παντρευόσουν μια αντίστοιχη γυναίκα. Οι Σαλδαίες, ξέρεις, δεν είναι και τόσο χαμηλών τόνων, παρά μόνο απέναντι σε ξένους και παρείσακτους. Τη μια στιγμή φουντώνουν και την άλλη όλα είναι μέλι γάλα. Κάνουν μια Αραφελινή να μοιάζει αδιάφορη και μια Ντομανή εντελώς ανιαρή». Ο Ιλάυας μειδίασε ξαφνικά. «Κάποτε, έζησα για έναν ολόκληρο χρόνο με μια γυναίκα από τη Σαλδαία. Η Μέρια μου έπαιρνε τ’ αυτιά πέντε μέρες τη βδομάδα κι ίσως να μου πέταξε και μερικά πιάτα στο κεφάλι. Κάθε φορά όμως που σκεφτόμουν να φύγω, ήθελε να τα συμβιβάσει τα πράγματα και δεν με άφηνε να διαβώ ούτε την πόρτα. Στο τέλος, με παράτησε. Είπε ότι ήμουν πολύ συγκρατημένος για τα γούστα της». Το οξύ του γέλιο κάτι θύμιζε, όπως επίσης κι ένα αχνό σημάδι στο σαγόνι του που είχε αρχίσει να σβήνει και το οποίο έξυσε. Έμοιαζε να έχει γίνει από μαχαίρι.

«Η Φάιλε δεν είναι έτσι». Λες κι είχε παντρευτεί τη Νυνάβε! Την ευέξαπτη Νυνάβε! «Δεν εννοώ πως δεν θυμώνει πού και πού», παραδέχτηκε απρόθυμα, «αλλά ούτε βάζει τις φωνές ούτε μου πετάει αντικείμενα». Τέλος πάντων, δεν φώναζε πολύ συχνά κι, αντί να φουντώνει και να μαλακώνει απότομα, η οργή της αυξανόταν μέχρις ότου έφτανε σε ένα σημείο όπου ηρεμούσε.

Ο Ιλάυας τον κοίταξε λοξά. «Μου φαίνεται πως μυρίζομαι άντρα που προσπαθεί να αποφύγει τη θύελλα... Την καλοπιάνεις συνέχεια, έτσι δεν είναι; Είσαι γλυκανάλατος σαν νερωμένο γάλα και πολύ ευγενικός, έτσι; Της έχεις υψώσει ποτέ τη φωνή;»

«Όχι βέβαια!» διαμαρτυρήθηκε ο Πέριν. «Την αγαπώ! Για ποιον λόγο να της βάλω τις φωνές;»

Ο Ιλάυας κάτι άρχισε να μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του, αν κι ο Πέριν άκουγε ξεκάθαρα τι έλεγε. «Που να με πάρει και να με σηκώσει, αν ένας άντρας θέλει σώνει και καλά να κάθεται πάνω σε μια κόκκινη οχιά, δικό του πρόβλημα. Τι με νοιάζει εμένα αν ζεσταίνει τα χέρια του στο τζάκι τη στιγμή που το ταβάνι έχει πιάσει φωτιά; Δικιά του είναι η ζωή. Μήπως θα μου πει ευχαριστώ; Ναι, σιγά!»

«Τι υπονοείς;» τον ρώτησε απαιτητικά ο Πέριν. Έπιασε τον Ιλάυας από το μπράτσο και τον τράβηξε κάτω από μια φραουλιά, τα μυτερά φύλλα της οποίας ήταν ακόμα πράσινα. Ελάχιστα φυτά εκεί τριγύρω εξακολουθούσαν να είναι πράσινα, εκτός από μερικά αναρριχητικά που πάλευαν να ανυψωθούν. Είχαν βαδίσει κάτι λιγότερο από τη μισή απόσταση στην κατεβασιά του λόφου. «Η Φάιλε δεν είναι ούτε κόκκινη οχιά ούτε φωτιά στο ταβάνι! Περίμενε μέχρι να τη συναντήσεις και μη μιλάς λες και την ξέρεις».

Ο Ιλάυας πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τη μακριά του γενειάδα, νευριασμένος. «Τις ξέρω καλά τις γυναίκες της Σαλδαία, αγόρι μου. Δεν ήταν μόνο εκείνος ο χρόνος που βρέθηκα μαζί τους. Έχω συναντήσει πέντε Σαλδαίες όλες κι όλες που θα χαρακτήριζα μειλίχιες ή ακόμα κι ήπιες. Όχι, σίγουρα δεν είναι οχιά η δικιά σου, αλλά θα στοιχημάτιζα πως είναι λεοπάρδαλη. Τι γρυλίζεις έτσι, που να σε πάρει! Στοιχηματίζω τις μπότες μου πως θα χαμογελούσε αν με άκουγε να την αποκαλώ έτσι!»