Выбрать главу

«Τον γνωρίζεις, Ιλάυας; Προσωπικά, θα ήθελα πολύ να παραμείνεις, αλλά αν νομίζεις ότι μπορεί να πει στις αδελφές ποιος είσαι...» Ο Πέριν ανασήκωσε τους ώμους του σε παραίτηση. «Μπορεί να έχω την ικανότητα να σταματήσω τη Σέονιντ και τη Μασούρι» —έτσι πίστευε, τουλάχιστον— «αλλά νομίζω πως η Ανούρα θα κάνει αυτό που θέλει». Και τι θα πιστεύει, άραγε, σχετικά με τον Μασέμα;

«Ω, ο Μπερτάιν Γκαλίν δεν ξέρει από την καλή τον Ιλάυας Ματσίρα», αποκρίθηκε ο Ιλάυας με ένα στραβό χαμόγελο. «“Πιο πολλοί τρελοί ξέρουν τον Τρελο-Τζακ απ’ όσους ο Τρελο-Τζακ γνωρίζει”. Ναι, τον ξέρω. Δεν θα στραφεί εναντίον σου, ούτε θα σε χτυπήσει πισώπλατα, αλλά, μεταξύ των δύο, το μυαλό είναι η Μπερελαίν. Κράτησε το Δάκρυ έξω από το Μαγιέν στρέφοντας τους Δακρυνούς εναντίον των Ιλιανών από την ηλικία των δεκαέξι ακόμα. Η Μπερελαίν ξέρει να ελίσσεται, ενώ το μόνο που ξέρει ο Γκαλίν είναι να επιτίθεται. Βέβαια, είναι καλός σε αυτό, αλλά δεν βλέπει τίποτα άλλο. Μερικές φορές, ούτε καν σταματάει για να σκεφτεί».

«Αυτό είχα φανταστεί και για τους δύο», μουρμούρισε ο Πέριν. Τουλάχιστον, η Μπερελαίν είχε φέρει έναν αγγελιαφόρο από την Αλιάντρε. Δεν θα ερχόταν έτσι ορμητικά αν είχε μαζί της μια καινούργια υπηρέτρια. Το μόνο ερώτημα ήταν γιατί η Αλιάντρε έπρεπε να απαντήσει με έναν αγγελιαφόρο. «Καλύτερα να μάθω αν τα μαντάτα είναι καλά, Ιλάυας. Θα συζητήσουμε αργότερα για το τι μπορεί να παραμονεύει στον Νότο. Επιπλέον, μπορεί να συναντήσεις και τη Φάιλε», πρόσθεσε πριν γυρίσει να φύγει.

«Το Χάσμα του Χαμού παραμονεύει στον Νότο», του αποκρίθηκε ο άντρας καθώς έφευγε, «ή κάπου εκεί γύρω, κρίνοντας από αυτό που είδα κάτω από τη Μάστιγα». Ο Πέριν νόμισε πως άκουσε πάλι αυτόν τον ανεπαίσθητο κεραυνό από τη μεριά της Δύσης. Ορίστε, αυτό θα ήταν μια ευχάριστη αλλαγή.

Στο εσωτερικό της σκηνής, η Μπριάνε περιέφερε έναν ασημένιο δίσκο που είχε μια γαβάθα με ροδόνερο, όπως επίσης πετσέτες για το σκούπισμα του προσώπου και των χεριών, υποκλινόμενη άκαμπτα καθώς περνούσε μπροστά από τους νεοφερμένους. Με ακόμα πιο άκαμπτες υποκλίσεις, η Μάιντιν τους προσέφερε έναν δίσκο με ποτήρια γεμάτα παντς —φτιαγμένο, κρίνοντας από τη μυρωδιά, από τα τελευταία αποξηραμένα βατόμουρα— ενώ η Λίνι δίπλωνε τους αντιστατικούς μανδύες των νεοφερμένων. Κάτι παράξενο υπήρχε στον τρόπο που η Φάιλε κι η Μπερελαίν στέκονταν παράπλευρα της καινούργιας γυναίκας, ενώ η Ανούρα δέσποζε πίσω τους, κι η προσοχή όλων ήταν στραμμένη σ’ εκείνη. Σχετικά μεσήλικη, με ένα κάλυμμα από πράσινο δίχτυ να μαζεύει τα μαύρα της μαλλιά που έπεφταν σχεδόν μέχρι τη μέση της, θα μπορούσε να είναι όμορφη, αν δεν είχε τόσο μακρουλή μύτη. Κι αν δεν ήταν τόσο ψηλομύτα. Ήταν κοντύτερη από τη Φάιλε ή την Μπερελαίν, αλλά κατάφερνε να κοιτάει τον Πέριν κάπως περιφρονητικά και να τον εξετάζει με βλέμμα ψυχρό από την κορυφή έως τα νύχια. Δεν βλεφάρισε όταν τον κοίταξε κατάματα, κάτι που έκανε σχεδόν οποιοσδήποτε άλλος.

«Μεγαλειοτάτη», ανήγγειλε η Μπερελαίν με φωνή γεμάτη τυπικότητα μόλις εισήλθε ο Πέριν, «να σας παρουσιάσω τον Άρχοντα Πέριν Αϋμπάρα των Δύο Ποταμών στο Άντορ, προσωπικό φίλο κι απεσταλμένο του Αναγεννημένου Δράκοντα». Η μακρομύτα γυναίκα ένευσε προσεκτικά και ψυχρά, ενώ η Μπερελαίν συνέχισε χωρίς να σταματήσει σχεδόν καθόλου. «Άρχοντα Αϋμπάρα, απόδωσε χαιρετισμούς και καλωσόρισε την Αλιάντρε Μαρίθα Κιγκάριν, Βασίλισσα της Γκεάλνταν, Ευλογημένη από το Φως και Υπερασπίστρια του Τείχους του Γκάρεν, που με ευχαρίστησή της σε δέχεται προσωπικά». Ο Γκαλίν, ο οποίος στεκόταν κοντά στη μία πλευρά της σκηνής, τακτοποίησε την καλύπτρα στο μάτι του κι ύψωσε την κούπα του προς το μέρος του Πέριν με ένα χαμόγελο θριάμβου.

Για κάποιον λόγο, η Φάιλε έριξε ένα σκληρό βλέμμα στην Μπερελαίν. Το στόμα του Πέριν άνοιξε από την έκπληξη. Η Αλιάντρε αυτοπροσώπως; Αναρωτήθηκε αν ήταν πρέπον να γονατίσει κι έπειτα από μια μακρόσυρτη παύση αρκέστηκε μια υπόκλιση. Μα το Φως! Δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να φερθεί σε μια βασίλισσα, ειδικά απέναντι σε κάποια που έρχεται έτσι ξαφνικά, δίχως την παραμικρή συνοδεία και δίχως κανένα απολύτως κόσμημα. Η σκουροπράσινη στολή ιππασίας που φορούσε ήταν μάλλινη και δεν είχε ούτε βελονιά από κέντημα.

«Ύστερα απ’ όσα έγιναν προσφάτως», είπε η Αλιάντρε, «σκέφτηκα να έρθω εγώ σε σένα, Άρχοντα Αϋμπάρα». Η φωνή της ήταν γαλήνια, το πρόσωπό της ήπιο κι η ματιά της ακατάδεκτη. Θα πρέπει να ήταν κι ιδιαίτερα παρατηρητική, ειδάλλως ο ίδιος καταγόταν από το Τάρεν Φέρυ. Καλύτερα να προχωρούσε επιφυλακτικά μαζί της, μέχρι να μάθαινε με τι είχε να κάνει. «Ίσως δεν το άκουσες», συνέχισε η γυναίκα, «αλλά πριν από τέσσερις μέρες το Ίλιαν έπεσε στον Αναγεννημένο Δράκοντα, το Φως να ευλογεί το όνομά του. Πήρε τη Δάφνινη Κορώνα, αν κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω αποκαλείται πλέον Κορώνα από Ξίφη».