Η Λίνι κι οι άλλες δύο υπηρέτριες έτρεξαν προς το μέρος τους, τραβώντας τις καρέκλες και κάνοντας κύκλο γύρω τους, αλλά καμία από τις υπόλοιπες γυναίκες δεν κινήθηκε. Η Αλιάντρε απέμεινε να τον κοιτάει, ενώ οι υπόλοιποι κοιτούσαν την ίδια. Όλοι εκτός από τον Γκαλίν, που απλώς σερβιρίστηκε άλλη μια κούπα παντς από την ασημένια κανάτα.
Ξαφνικά, ο Πέριν συνειδητοποίησε πως η Φάιλε δεν είχε ανοίξει το στόμα της από τότε που μίλησε για τους εμπόρους. Ήταν ευγνώμων για τη σιωπή της Μπερελαίν, όπως επίσης και για το ότι δεν του είχε κάνει τα γλυκά μάτια μπροστά στη Βασίλισσα, αλλά η Φάιλε θα μπορούσε να τον βοηθήσει κάπως. Να του δώσει μια μικρή συμβουλή. Μα το Φως, γνώριζε δέκα φορές παραπάνω από τον ίδιον τι να πει και τι να κάνει.
Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να παραμείνει με τους υπολοίπους, άφησε την κούπα με το παντς σε ένα μικρό τραπεζάκι και της ζήτησε να μιλήσει στην Αλιάντρε. «Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να την κάνει να δει το σωστό, αυτός είσαι εσύ», της είπε. Η Φάιλε του χαμογέλασε ευχαριστημένη, αλλά δεν μίλησε.
Ξαφνικά, η Αλιάντρε άφησε κατά μέρος την κούπα της χωρίς να κοιτάζει, λες και περίμενε πως θα υπήρχε ένας δίσκος εκεί. Πράγματι υπήρχε ένας κι η Μάιντιν, που τον κρατούσε, μόλις που πρόφτασε να τον βάλει κάτω— από την κούπα, μουρμουρίζοντας κάτι που ο Πέριν ήλπιζε πως η Φάιλε δεν άκουσε. Η Φάιλε τιμωρούσε αυστηρά τους αθυρόστομους υπηρέτες. Έκανε να σηκωθεί μόλις τον πλησίασε η Αλιάντρε, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη η βασίλισσα γονάτισε με χάρη μπροστά του, παίρνοντας τα χέρια του στα δικά της. Πριν καλά-καλά καταλάβει τι έκανε, η γυναίκα στριφογύρισε τα χέρια της έτσι που το πάνω μέρος τους βρέθηκε ανάμεσα στις παλάμες του. Γαντζώθηκε τόσο δυνατά εκεί, που σίγουρα τα χέρια της θα την πόνεσαν. Δεν ήταν διόλου σίγουρος ότι μπορούσε να ελευθερωθεί δίχως να την πονέσει κι άλλο.
«Υπό το Φως», είπε με σταθερή φωνή κοιτώντας τον, «εγώ, η Αλιάντρε Μαρίθα Κιγκάριν, δεσμεύομαι να υπηρετώ με πίστη κι αφοσίωση τον Άρχοντα Πέριν Αϋμπάρα των Δύο Ποταμών, από τώρα και για πάντα, εκτός εάν εκείνος εξ ιδίας πρωτοβουλίας αποφασίσει να με απαλλάξει. Η γη μου κι ο θρόνος μου του ανήκουν και του τα παραδίδω. Ορκίζομαι».
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή, η οποία έσπασε από την άναρθρη κραυγή του Γκαλίν κι από τον πνιχτό γδούπο της κούπας του που έπεσε στο χαλί.
Κατόπιν, ο Πέριν άκουσε τη Φάιλε να ψιθυρίζει ξανά τόσο απαλά, ώστε ακόμα κι αν κάποιος καθόταν δίπλα της, δεν θα καταλάβαινε τι έλεγε. «Υπό το Φως, αποδέχομαι τη δέσμευσή σου. Θα υπερασπιστώ και θα προστατεύσω εσένα και τους δικούς σου από την καταστροφική μανία της μάχης, από τον ορμητικό χειμώνα κι από οτιδήποτε άλλο φέρει ο χρόνος. Θεωρώντας σε πιστό υποτελή μου, σου παραδίδω τη γη και τον θρόνο της Γκεάλνταν. Σε αποδέχομαι, υπό το Φως...» Αυτός θα πρέπει να ήταν ο Σαλδικός τρόπος αποδοχής. Δόξα στο Φως, ήταν πολύ απασχολημένη με το· να συγκεντρωθεί πάνω του, οπότε δεν πρόσεξε την Μπερελαίν που του έκανε φρενιασμένα νοήματα να επαναλάβει τα λόγια της. Αυτές οι δύο έμοιαζαν να το περίμεναν! Η Ανούρα, πάντως, με το στόμα της να χάσκει ανοικτό, έμοιαζε εξίσου εμβρόντητη όσο κι αυτός· σαν ψάρι που βλέπει ξαφνικά το νερό να χάνεται από μπρος του.
«Γιατί;» ρώτησε ο Πέριν ευγενικά, αγνοώντας τόσο τον γεμάτο απογοήτευση συριγμό της Φάιλε όσο και το οργισμένο μουγκρητό της Μπερελαίν. Που να με πάρει και να με σηκώσει, σκέφτηκε. Δεν είμαι παρά ένας καταραμένος σιδεράς! Κανείς δεν ορκιζόταν πίστη στους σιδεράδες. Οι δε βασίλισσες δεν ορκίζονταν πίστη σε κανέναν! «Μου είπαν ότι είμαι τα’βίρεν. Ίσως θελήσεις να αναθεωρήσεις τα λόγια σου μέσα στην επόμενη ώρα».
«Ελπίζω να είσαι όντως τα’βίρεν, Άρχοντά μου». Η Αλιάντρε γέλασε αλλά όχι με θυμηδία, κι έσφιξε ακόμα περισσότερο τα χέρια του, λες και φοβόταν μήπως ο άντρας τα αποτραβήξει. «Το ελπίζω με όλη μου την καρδιά. Φοβάμαι πως τίποτα λιγότερο από αυτό δεν μπορεί να σώσει την Γκεάλνταν. Κατέληξα σε αυτήν την απόφαση μόλις η Πρώτη μου ανέφερε τον λόγο της παρουσίας σου εδώ, και το ότι σε συνάντησα επιβεβαίωσε τα λόγια της. Η Γκεάλνταν χρειάζεται προστασία την οποία εγώ δεν μπορώ να προσφέρω, άρα το καθήκον μου απαιτεί να την αναζητήσω αλλού. Εσύ, Άρχοντά μου, μπορείς να προσφέρεις μια τέτοια προστασία, όπως επίσης κι ο Άρχοντας Αναγεννημένος Δράκοντας, ευλογημένο από το Φως ας είναι το όνομά του. Η αλήθεια είναι πως θα ορκιζόμουν απ’ ευθείας σ’ εκείνον αν ήταν παρών, αλλά εσύ είσαι ο απεσταλμένος του. Ο όρκος σε σένα είναι όρκος σε εκείνον». Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε άλλη μια ζορισμένη λέξη να βγει από τα χείλη της. «Σε παρακαλώ». Η οσμή της υποδήλωνε απόγνωση και τα μάτια της έλαμπαν από φόβο.