«Το ότι θα κρατήσεις τον όρκο σου είναι πολύ καλό», της είπε η Φάιλε ξερά. «Αν όμως θέλεις κάτι περισσότερο από τον άντρα μου, θα πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι παραπάνω. Ίσως θα έπρεπε να τον συνοδεύσεις όταν πάει στον Νότο για να συναντήσει τον Προφήτη. Βέβαια, θα θέλεις συνοδεία τους δικούς σου στρατιώτες, αλλά προτείνω να μην πάρεις περισσότερους απ’ όσους έχει μαζί της η Πρώτη. Δεν καθόμαστε;» Παίρνοντας την καρέκλα όπου καθόταν προηγουμένως ο Πέριν, έδειξε στην Μπερελαίν και στην Ανούρα εκείνες που βρίσκονταν αμφοτέρωθέν της, και μόνον τότε παρέπεμψε την Αλιάντρε σε μια θέση.
Η Βασίλισσα κάθισε αργά, κοιτώντας τη Φάιλε με γουρλωμένα μάτια, δίχως να είναι ταραγμένη αλλά μάλλον εμβρόντητη. «Στο όνομα του Φωτός, γιατί να το κάνω αυτό;» αναφώνησε. «Αρχόντισσα Φάιλε, τα Τέκνα του Φωτός θα αρπάξουν οποιαδήποτε ευκαιρία να αυξήσουν τις λεηλασίες τους στην Γκεάλνταν, κι ο Βασιλιάς Άιλρον ίσως αποφασίσει να στείλει στρατό βόρεια. Είναι αδύνατον!»
«Σ’ το ζητάει η γυναίκα του κυρίαρχου σου, Αλιάντρε», απάντησε η Φάιλε με σταθερή φωνή.
Έμοιαζε αδύνατον να γουρλώσουν περισσότερο τα μάτια της Αλιάντρε, κι όμως αυτό έγινε. Κοίταξε προς τη μεριά της Ανούρα κι ήρθε αντιμέτωπη με την ατάραχη ψυχραιμία μιας Άες Σεντάι. «Φυσικά», είπε ύστερα από ένα λεπτό. Η φωνή της ήταν κούφια. «Φυσικά και θα πράξω όπως... μου ζητάς... Αρχόντισσά μου», πρόσθεσε ξεροκαταπίνοντας.
Η Φάιλε έκρυψε την ανακούφισή της πίσω από ένα καταδεκτικό νεύμα αποδοχής. Περίμενε πως η Αλιάντρε θα δείλιαζε. Το ότι θα ορκιζόταν πίστη δίχως να συνειδητοποιεί τι σήμαινε αυτό —καθώς και το ότι αισθανόταν υποχρεωμένη να πει πως δεν θα καταπατούσε τον όρκο της!— επιβεβαίωνε την πεποίθηση της Φάιλε πως, τελικά, δεν θα την άφηναν πίσω. Αναμφίβολα, η Αλιάντρε είχε χειριστεί το θέμα του Μασέμα με παραχωρήσεις. Με αργούς ρυθμούς, βέβαια, δίχως να έχει άλλη επιλογή και μονάχα όταν ήταν απαραίτητο, ωστόσο η υποταγή θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει συνήθεια. Πίσω στην Μπεθάλ, χωρίς να υπάρχει καμιά ορατή αλλαγή, πόσος καιρός θα περνούσε πριν αποφασίσει να προχωρήσει σε μια προειδοποίηση στον Μασέμα; Ένιωθε το βάρος του όρκου της. Τώρα, όμως, η Φάιλε θα ελάφραινε αυτό το βάρος.
«Πολύ χαίρομαι που θα μας συνοδεύσεις», είπε ζεστά. Κι όντως ήταν χαρούμενη. «Ο άντρας μου δεν ξεχνά αυτούς που του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Μια τέτοια υπηρεσία είναι να γράψεις στους ευγενείς σου, λέγοντάς τους πως ένας άντρας στον Νότο ύψωσε το λάβαρο της Μανέθερεν». Η Μπερελαίν τίναξε το κεφάλι της έκπληκτη, ενώ η Ανούρα περιορίστηκε απλώς να ανοιγοκλείσει τα μάτια της.
«Αρχόντισσά μου», είπε η Αλιάντρε με έναν επιτακτικό τόνο στη φωνή της, «οι μισοί από αυτούς θα ειδοποιήσουν τον Προφήτη μόλις λάβουν την επιστολή μου. Τον φοβούνται πολύ και το Φως μόνο ξέρει τι μπορεί να κάνει αυτός ο άνθρωπος». Ακριβώς η απάντηση που ήλπιζε να πάρει η Φάιλε.
«Για αυτόν τον λόγο, λοιπόν, θα γράψεις και σ’ εκείνον, αναφέροντάς του πως έχεις συγκεντρώσει μερικούς στρατιώτες για να κανονίσεις προσωπικά αυτόν τον άντρα. Στο κάτω-κάτω, ο Προφήτης του Άρχοντα Δράκοντα είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο για να ασχολείται με τέτοια δευτερεύοντα ζητήματα».
«Πολύ καλά», μουρμούρισε η Ανούρα. «Κανείς δεν θα ξέρει ποιος είναι ποιος».
Η Μπερελαίν γέλασε σε ένδειξη απολαυστικής επιδοκιμασίας, που να καιγόταν!
«Αρχόντισσά μου», είπε ξέπνοα η Αλιάντρε, «ανέφερα προηγουμένως πως ο Άρχοντας Πέριν είναι τρομερός. Θα ήθελα να προσθέσω πως κι η σύζυγός του είναι εξίσου τρομερή!»
Η Φάιλε προσπάθησε να μη δείξει πως το απολάμβανε. Τώρα, έπρεπε να ειδοποιήσει τους δικούς της, στην Μπεθάλ. Το είχε μετανιώσει κατά κάποιον τρόπο. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να δώσει εξηγήσεις στον Πέριν, αλλά ακόμα κι αυτός δεν θα διατηρούσε την ψυχραιμία του, αν η γυναίκα του είχε απαγάγει τη Βασίλισσα της Γκεάλνταν.
Οι περισσότεροι από τους Φτερωτούς Φρουρούς είχαν συγκεντρωθεί στην άκρη του στρατοπέδου τους, έχοντας κυκλώσει δέκα έφιππους άντρες. Η απουσία ακοντίων υποδήλωνε πως οι καβαλάρηδες ήταν ανιχνευτές. Οι πεζοί συνωστίζονταν κι έσπρωχναν, πασχίζοντας να προσεγγίσουν κι άλλο. Ο Πέριν φαντάστηκε πως άκουσε για άλλη μια φορά τον ήχο του κεραυνού, όχι και τόσο μακριά, αλλά η εντύπωση άγγιζε στα όρια της συνειδητότητας.
Καθώς ετοιμαζόταν να περάσει ανάμεσα, ο Γκαλίν φώναξε: «Ανοίξτε δρόμο, ψωραλέα κοπρόσκυλα!» Κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος του κι οι άντρες τραβήχτηκαν στο πλάι, ανοίγοντας ένα στενό μονοπάτι. Ο Πέριν αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε αν αποκαλούσε τους άντρες των Δύο Ποταμών ψωραλέα κοπρόσκυλα. Μάλλον θα κέρδιζε μια γροθιά στη μύτη. Ίσως, όμως, να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.