Выбрать главу

Ο Νουρέλ κι οι υπόλοιποι αξιωματικοί βρίσκονταν μαζί με τους ανιχνευτές. Το ίδιο ίσχυε και για εφτά πεζούς με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη τους και με σχοινιά περασμένα γύρω από τους λαιμούς τους, που έσερναν τα πόδια με τους ώμους σκυφτούς, σκυθρωποί και γεμάτοι περιφρόνηση ή φόβο ή και τα δύο. Τα ρούχα τους είχαν γίνει άκαμπτα από τη πολυκαιρισμένη βρώμα, αν και κάποια θα πρέπει κάποτε να ήταν κομψά. Παραδόξως, μύριζαν έντονα καπνισμένο ξύλο. Επιπλέον, τα πρόσωπα μερικών από τους έφιππους στρατιώτες ήταν καλυμμένα με στάχτη, ενώ ένας ή δύο από αυτούς έμοιαζαν να περιποιούνται εγκαύματα. Ο Άραμ στεκόταν ακίνητος, μελετώντας τους αιχμαλώτους ελαφρά συνοφρυωμένος.

Ο Γκαλίν είχε κάτσει με τα πόδια απλωμένα ανοιχτά και με τις γροθιές ακουμπισμένες στους γοφούς του, ενώ το μοναδικό του μάτι παρατηρούσε αγριωπά τον γύρω χώρο, κάνοντας δουλειά για δύο. «Τι συνέβη;» ρώτησε απαιτητικά. «Υποτίθεται ότι οι ανιχνευτές μου θα έφερναν πίσω πληροφορίες, όχι ρακοσυλλέκτες!»

«Θα πω στον Όρτις να σου δώσει αναφορά, Άρχοντα μου», είπε ο Νουρέλ. «Ήταν μαζί τους. Μοίραρχε Όρτις!»

Ένας μεσήλικος στρατιώτης ξεπέζεψε από το άλογό του κι υποκλίθηκε, με το γαντοφορεμένο του χέρι ακουμπισμένο στο μέρος της καρδιάς. Η περικεφαλαία του ήταν απλή, δίχως τους λεπτούς θυσάνους και τα φτερά που ήταν σκαλισμένα στα πλάγια των περικεφαλαίων των αξιωματικών. Κάτω από το γείσο, υπήρχε ένα ζωηρό κάψιμο απλωμένο στο πρόσωπό του. Στο άλλο μάγουλο, είχε ένα σημάδι που τραβούσε τη γωνία του στόματός του. «Άρχοντα Γκαλίν, Άρχοντα Αϋμπάρα», είπε με τραχιά φωνή. «Πέσαμε πάνω σε αυτούς τους γογγυλοφάγους κάπου δύο λεύγες δυτικά, Άρχοντες μου. Έκαιγαν ένα αγρόκτημα, με τους κατοίκους του κλεισμένους μέσα. Μια γυναίκα προσπάθησε να βγει από ένα παράθυρο κι ένα από αυτά τα καθάρματα της τσάκισε το κεφάλι. Γνωρίζοντας τα αισθήματα του Άρχοντα Αϋμπάρα για όλα αυτά, σπεύσαμε να το σταματήσουμε. Αργήσαμε αρκετά και δεν μπορέσαμε να διασώσουμε κανέναν, αλλά συλλάβαμε τούτους εδώ τους εφτά. Οι υπόλοιποι το έσκασαν».

«Οι άνθρωποι συχνά δελεάζονται και πάνε με το μέρος της Σκιάς», είπε ξαφνικά ένας από τους αιχμαλώτους. «Πρέπει να έχουν υπ’ όψιν τους το τίμημα». Ήταν ένας ψηλός και λυγερός άντρας, που απέπνεε έναν αέρα ευγένειας, η φωνή του ήταν μαλακή και καλλιεργημένη αλλά το πανωφόρι του εξίσου βρώμικο με των υπολοίπων κι είχε να ξυριστεί δύο με τρεις μέρες. Φαίνεται πως ο Προφήτης δεν έχανε τον χρόνο του με ασήμαντα πράγματα, όπως τα ξυράφια. Ή η καθαριότητα. Με τα χέρια δεμένα και με ένα σχοινί περασμένο γύρω από τον λαιμό του, κοιτούσε αγριωπά τους άντρες που τον είχαν συλλάβει, χωρίς όμως να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ήταν γεμάτος αλαζονεία κι απαξίωση. «Οι στρατιώτες σου δεν με εντυπωσιάζουν», είπε. «Ο Προφήτης του Άρχοντα Δράκοντα, που το Φως να έχει ευλογημένο το όνομά του, έχει αφανίσει στο παρελθόν πολύ ισχυρότερους στρατούς από αυτό το συνάφι. Μπορεί να μας σκοτώσετε, αλλά εμείς θα πάρουμε εκδίκηση όταν ο Προφήτης χύσει στο χώμα το αίμα σας. Κανείς σας δεν θα τη γλιτώσει. Ο Προφήτης θα θριαμβεύσει μέσα από τη φωτιά και το αίμα». Η τελευταία του φράση αντήχησε δυνατά κι η ράχη του τεντώθηκε σαν ατσάλινη βέργα. Μουρμουρητά ακούστηκαν από τις τάξεις των στρατιωτών. Ήξεραν πολύ καλά πως ο Μασέμα είχε διαλύσει μεγαλύτερους στρατούς από τον δικό τους.

«Κρεμάστε τους», είπε ο Πέριν. Για άλλη μια φορά, άκουσε τον μακρινό κεραυνό.

Αφού έδωσε τη διαταγή, κάθισε να παρακολουθήσει. Παρά τα μουρμουρητά, εμφανίστηκαν κάμποσα πρόθυμα χέρια για να αναλάβουν την εκτέλεση της διαταγής. Μερικοί κρατούμενοι άρχισαν να κλαίνε καθώς οι άκρες των σχοινιών τους περάστηκαν στα κλαριά των δέντρων. Ένας ευτραφής άντρας, τα προγούλια του οποίου κρέμονταν σχηματίζοντας δίπλες, άρχισε να φωνάζει πως μετάνιωνε για ό,τι είχε κάνει και πως θα υπηρετούσε όποιον άρχοντα ήθελαν. Ένας φαλακρός τύπος, που έμοιαζε εξίσου σκληρός με τον Λάμγκουιν, σφάδαζε κι ούρλιαζε μέχρι που το σχοινί έβαλε τέλος στις κραυγές του. Μονάχα ο άντρας με την ήρεμη φωνή δεν κλωτσούσε, ούτε καν πάλευε, ακόμα κι όταν ο βρόχος σφίχτηκε γύρω από τον λαιμό του. Μέχρι το τέλος, το αγριωπό του βλέμμα μαρτυρούσε την περιφρόνησή του.

«Να κι ένας, τουλάχιστον, που ξέρει πώς να πεθαίνει», γρύλισε ο Γκαλίν καθώς και το τελευταίο κορμί έμεινε ασάλευτο. Κοίταξε βλοσυρά τους άντρες που στόλιζαν τα δέντρα, λες και μετάνιωνε που δεν έδωσαν μάχη.

«Αν τούτοι εδώ υπηρετούσαν τη Σκιά», άρχισε να λέει ο Άραμ, αλλά δίστασε να συνεχίσει. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντα Πέριν, αλλά θα ενέκρινε κάτι τέτοιο ο Άρχοντας Δράκοντας;»