Выбрать главу

Ο Πέριν ανακάθισε ξαφνιασμένος και κοίταξε εμβρόντητος τον άντρα. «Μα το Φως, Άραμ, δεν άκουσες τι έκαναν; Ο Ραντ θα τους έβαζε ο ίδιος τα σχοινιά στον λαιμό!» Έτσι ήλπιζε, τουλάχιστον. Ο Ραντ είχε βάλει στόχο να ενώσει όλα τα έθνη πριν από την Τελευταία Μάχη, χωρίς να λογαριάζει το κόστος.

Τα κεφάλια των αντρών τινάχτηκαν ξαφνικά, καθώς ο κεραυνός βρόντηξε δυνατά, έτσι που τον άκουσαν όλοι, κι έπειτα ακούστηκε κοντύτερα, κι ακόμα κοντύτερα. Σηκώθηκε άνεμος, κι έπειτα καταλάγιασε για να σηκωθεί ξανά, παραδέρνοντας το πανωφόρι του Πέριν ενώ σφυροκοπούσε πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη. Η διχαλωτή αστραπή έσκισε τον ασυννέφιαστο ουρανό. Στον καταυλισμό των Μαγιενών, τα άλογα χλιμίντριζαν κι ανασηκώνονταν στα πίσω πόδια, έτσι όπως ήταν δεμένα στους πασσάλους τους. Ο κεραυνός βρόντηξε κάμποσες φορές ακόμα κι οι αστραπές σψάδαζαν στον ουρανό σαν ασημογάλαζα φίδια, ενώ κάτω από τον καυτό ήλιο άρχισε να πέφτει βροχή· χοντρές σκόρπιες σταγόνες, που σήκωναν πίδακες σκόνης στα σημεία που έπεφταν στο γυμνό έδαφος. Ο Πέριν σκούπισε μία από το μάγουλό του και κοίταξε έκπληκτος τα υγρά του δάχτυλα.

Μέσα σε λίγα λεπτά, η θύελλα είχε χαθεί κι οι βροντές με τις αστραπές κύλησαν ανατολικά. Το διψασμένο έδαφος απορρόφησε τις σταγόνες της βροχής, ο ήλιος άρχισε πάλι να τους ψήνει όπως πριν, και μόνο τα φευγαλέα φώτα στον ουρανό κι οι βροντές που έσβηναν σιγά-σιγά μαρτυρούσαν ότι κάτι είχε συμβεί. Οι στρατιώτες αλληλοκοιτάζονταν γεμάτοι αβεβαιότητα. Ο Γκαλίν ελευθέρωσε με εμφανή προσπάθεια τα δάχτυλά του από τη λαβή του ξίφους του.

«Αυτό... δεν μπορεί να είναι έργο του Σκοτεινού», είπε ο Άραμ, μορφάζοντας. Κανείς τους δεν είχε δει ποτέ φυσική καταιγίδα τέτοιας έντασης. «Σημαίνει πως ο καιρός αλλάζει, έτσι δεν είναι, Άρχοντα Πέριν; Θα επανέλθει ο κανονικός καιρός, ε;»

Ο Πέριν άνοιξε το στόμα του για να πει στον άντρα να μην τον αποκαλεί έτσι, αλλά το έκλεισε ξανά αφήνοντας έναν αναστεναγμό. «Δεν ξέρω», είπε. Πώς το είχε πει ο Γκαούλ; «Όλα αλλάζουν, Άραμ». Απλώς, δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι έπρεπε να αλλάξει κι ο ίδιος.

11

Οι Ερωτήσεις και ο Όρκος

Ο αέρας στον τεράστιο στάβλο μύριζε παλιοκαιρισμένο σανό και κοπριά αλόγου, όπως επίσης αίμα και καμμένη σάρκα. Με όλες τις πόρτες κλειστές, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Οι δυο φανοί παρείχαν ελάχιστο φως κι οι σκιές γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού χώρου. Στις μακρόστενες σειρές των πάγκων, τα άλογα χρεμέτιζαν νευρικά. Ο άντρας που κρεμόταν από τους καρπούς του από το δοκάρι της οροφής άφησε ένα ελαφρύ γόγγυσμα κι έπειτα έναν τραχύ βήχα. Το κεφάλι του έπεσε πάνω στο στήθος του. Ήταν ψηλός και μυώδης, ενώ τα ρούχα που φορούσε είχαν γίνει κουρέλια.

Η Σεβάνα συνειδητοποίησε ξαφνικά πως το στήθος του δεν κουνιόταν πια. Τα δαχτυλίδια με τους πολύτιμους λίθους που φορούσε έλαμψαν κόκκινα και πράσινα καθώς έκανε μια κοφτή χειρονομία προς τη Ριάλ.

Η γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά τράβηξε πίσω το κεφάλι του άντρα κι ανασήκωσε το ένα βλέφαρό του, κατόπιν πίεσε το αυτί της πάνω στο στήθος του χωρίς να δίνει σημασία στις καυτερές σκλήθρες που εκτοξεύονταν γύρω του. Ίσιωσε την κορμοστασιά της με έναν ήχο που υποδήλωνε αηδία. «Πέθανε. Έπρεπε να το είχαμε αφήσει στις Κόρες, Σεβάνα, ή στα Μαύρα Μάτια. Δεν αμφιβάλλω πως τον σκοτώσαμε εν αγνοία μας».

Το στόμα της Σεβάνα σφίχτηκε κι εκείνη τακτοποίησε την εσάρπα της ενώ τα βραχιόλια της κουδούνιζαν. Της έφθαναν σχεδόν έως τους αγκώνες, αποτελώντας ένα αισθητό βάρος από χρυσάφι, φίλντισι και πετράδια· αν μπορούσε, ωστόσο, θα φορούσε κι όλα τα υπόλοιπα που διέθετε. Καμία από τις υπόλοιπες γυναίκες δεν είπε λέξη. Η ανάκριση κρατουμένων δεν ήταν δουλειά των Σοφών, αλλά η Ριάλ καταλάβαινε για ποιον λόγο έπρεπε να το κάνουν οι ίδιες. Ο μοναδικός επιζήσας από τους δέκα καβαλάρηδες που νόμισαν ότι μπορούσαν να τα βάλουν με είκοσι Κόρες επειδή ήταν έφιπποι, αυτός ο άντρας ήταν ο πρώτος Σωντσάν που αιχμαλωτίστηκε μέσα στις δέκα μέρες από την άφιξη τους σ’ αυτήν τη γη.

«Θα ζούσε ακόμα αν δεν πολεμούσε με τέτοια μανία τον πόνο, Ριάλ», είπε τελικά η Σόμεριν κουνώντας το κεφάλι της. «Για υδρόβιος ήταν δυνατός, αλλά δεν δεχόταν τον πόνο. Πάντως, μας είπε αρκετά».

Η Σεβάνα τη λοξοκοίταξε, πασχίζοντας να δει κατά πόσον τα λόγια της έκρυβαν σαρκασμό. Ψηλή όσο οι περισσότεροι άντρες, η Σόμεριν φορούσε πιότερα βραχιόλια και περιδέραια από οποιαδήποτε γυναίκα πλην της Σεβάνα· στρώματα ολόκληρα από πετράδια, ρουμπίνια και ζαφείρια, τα οποία έκρυβαν ένα εξαιρετικά χυμώδες στήθος, που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ημίγυμνο, καθότι η μπλούζα της ήταν ξεκούμπωτη σχεδόν μέχρι τη φούστα της. Η εσάρπα της, δεμένη γύρω από τη μέση της, δεν έκρυβε και πολλά πράγματα. Μερικές φορές, ήταν δύσκολο για τη Σεβάνα να διακρίνει αν η Σόμεριν την αντέγραφε ή την ανταγωνιζόταν.