Выбрать главу

«Αρκετά!» αναφώνησε η Μέιρα. Στο φως του φανού που κρατούσε, το μακρόστενο πρόσωπό της ήταν βλοσυρότερο απ’ όσο συνήθως, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο φάνταζε απίθανο. Η Μέιρα μπορούσε κάλλιστα να ανακαλύψει τη σκοτεινή πλευρά του μεσημβρινού ήλιου. «Τι μας είπε, ότι οι δικοί του βρίσκονται δύο μέρες δυτικά, σε μια πόλη που λέγεται Άμαντορ; Αυτό το ξέραμε ήδη. Μας πούλησε παραμύθι. Άκου ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος! Μωρέ! Θα έπρεπε να τον έχουν κρατήσει οι Κόρες και να κάνουν τα δέοντα».

«Θα... διακινδύνευες να μαθευτούν πολλά σε σύντομο χρονικό διάστημα;» Η Σεβάνα δάγκωσε τα χείλη της ενοχλημένη. Σχεδόν τις είχε αποκαλέσει «ανόητες». Κατά τη γνώμη της, ήταν ήδη πολλοί αυτοί που γνώριζαν αρκετά, ανάμεσά τους κι οι Σοφές, αλλά δεν θα ρίσκαρε ποτέ να προσβάλει τούτες εδώ τις γυναίκες. Η γνώση αυτή της προκαλούσε ταραχή! «Ο κόσμος είναι τρομαγμένος». Αν μη τι άλλο, δεν ήταν ανάγκη να κρύψει την περιφρόνησή της γι’ αυτό. Αυτό όμως που τη σόκαρε, που την εξόργιζε, δεν ήταν το γεγονός ότι ήταν φοβισμένοι αλλά το πόσο λίγοι προσπάθησαν να το κρύψουν. «Τα Μαύρα Μάτια, τα Σκυλιά της Πέτρας, ακόμα κι οι Κόρες θα μπορούσαν να διαδώσουν όσα είπε. Το ξέρεις αυτό! Το μόνο που θα έκαναν τα ψέματά του θα ήταν να σπείρουν τον πανικό». Και μάλλον επρόκειτο για ψέματα. Στο μυαλό της Σεβάνα, η θάλασσα έμοιαζε με τις λίμνες που είχε δει στις υδατοχώρες, με τη διαφορά ότι η απέναντι ακτή βρισκόταν πέραν του οπτικού της πεδίου. Αν έρχονταν μερικές εκατοντάδες δικοί της, ακόμα κι από την άλλη μεριά αυτού του τεράστιου υδάτινου όγκου, οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι που είχε ανακρίνει θα το ήξεραν. Και κανείς αιχμάλωτος δεν είχε περάσει από ανάκριση απουσία της.

Η Τίον σήκωσε τον δεύτερο φανό και την κοίταξε εξεταστικά με εκείνα τα γκρίζα μάτια που δεν τρεμόπαιζαν ούτε στο ελάχιστο. Μπορεί να ήταν ένα κεφάλι πιο κοντή από τη Σόμεριν, αλλά ξεπερνούσε σε ύψος τη Σεβάνα. Επίσης, ήταν δύο φορές φαρδύτερη. Το στρογγυλό της πρόσωπο ήταν συχνά γαλήνιο, αλλά ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς πως τη χαρακτήριζε η ηρεμία. «Με το δίκιο τους φοβούνται», είπε με πέτρινη φωνή. «Κι εγώ φοβάμαι και δεν ντρέπομαι καθόλου. Οι Σωντσάν είναι πολλοί, ίσως πολύ περισσότεροι από αυτούς που κατέλαβαν το Άμαντορ, ενώ εμείς λίγοι. Εσύ, Σεβάνα, έχεις κοντά σου τη σέπτα σου, αλλά πού είναι η δική μου; Ο υδρόβιος φίλος σου, ο Κάνταρ, κι η εξημερωμένη Άες Σεντάι που είχε μαζί του μας έστειλαν μέσα από εκείνη την τρύπα που έκανε στον αέρα για να πεθάνουμε. Πού είναι οι υπόλοιποι Σάιντο;»

Η Ριάλ στάθηκε προκλητικά δίπλα στην Τίον και σύντομα ακολουθήθηκε από την Άλαρυς, η οποία ακόμα και τώρα έπαιζε με τα μαύρα της μαλλιά. Ίσως, πάλι, το έκανε για να αποφύγει το βλέμμα της Σεβάνα. Ένα λεπτό αργότερα, τις προσέγγισε μια σκυθρωπή Μέιρα και κατόπιν η Μοντάρα. Η τελευταία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λεπτή, αν δεν ήταν ψηλότερη ακόμα κι από τη Σόμεριν· για την ακρίβεια, η κατάλληλη λέξη ήταν λιπόσαρκη. Η Σεβάνα σκέφτηκε πως είχε στο χέρι τη Μοντάρα, όπως ακριβώς και τα δαχτυλίδια στα δάχτυλά της. Την είχε στο χέρι σαν... Η Σόμεριν της έριξε μια ματιά, αναστέναξε και κατόπιν κοίταξε τις υπόλοιπες. Με αργά βήματα, ήρθε και στάθηκε πλάι τους.

Η Σεβάνα αφέθηκε να στέκεται στην περιφέρεια του φωτεινού κύκλου που σχημάτιζαν οι φανοί. Απ’ όλες τις γυναίκες που είχαν συνδεθεί μαζί της εξαιτίας της δολοφονίας της Ντεσαίν, αυτές εμπιστευόταν περισσότερο. Όχι, βέβαια, ότι εμπιστευόταν υπερβολικά οποιονδήποτε. Όσον αφορά όμως στη Σόμεριν και στη Μοντάρα, ήταν σίγουρη πως της ανήκαν, λες κι είχαν ορκιστεί στην υδάτινη πίστη να την ακολουθούν όπου κι αν πήγαινε. Και τώρα τολμούσαν να στέκονται μπροστά της με βλέμματα γεμάτα κατηγόρια. Ακόμα κι η Άλαρυς έπαψε να παίζει με τα μαλλιά της και την κοίταξε.

Η ματιά της Σεβάνα συνάντησε τις δικές τους κι ένα ψυχρό χαμόγελο, κάτι σαν σαρκασμός, χαράχτηκε στο πρόσωπό της. Αποφάσισε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να τους υπενθυμίσει το έγκλημα που ένωνε τη μοίρα όλων. Δεν ήταν ώρα να τις χτυπήσει στο ευαίσθητο σημείο. Αντί γι’ αυτό, είπε: «Υποψιάζομαι πως ο Κάνταρ θα προσπαθήσει να μας προδώσει». Τα γαλάζια μάτια της Ριάλ γούρλωσαν με αυτήν την παραδοχή, ενώ η Τίον έμεινε με το στόμα ανοικτό. Η Σεβάνα συνέχισε, δίχως να τους δώσει την ευκαιρία να πουν λέξη. «Θα προτιμούσατε να παραμείνετε στο Μαχαίρι του Σφαγέα και να αφανιστείτε; Να κυνηγηθείτε σαν ζώα από τέσσερις φυλές, οι Σοφές των οποίων γνωρίζουν να φτιάχνουν αυτές τις τρύπες χωρίς τα ταξιδιωτικά κουτιά; Αντ’ αυτού, βρισκόμαστε στην καρδιά μίας πλούσιας κι εύφορης γης, πλουσιότερης ακόμα κι από τη γη των δενδροφονιάδων. Κοιτάξτε τι κατακτήσαμε μέσα σε δέκα μέρες μονάχα. Πόσο περισσότερα θα κατακτήσουμε σε μια πόλη των υδροβίων; Φοβάστε τους Σωντσάν επειδή είναι πολυάριθμοι; Θυμηθείτε ότι έχω φέρει μαζί μου κάθε Σοφή Σάιντο που έχει τη δυνατότητα της διαβίβασης». Το ότι δεν μπορούσε να διαβιβάσει η ίδια δεν το σκεφτόταν καθόλου. Σύντομα, αυτή η έλλειψη θα διορθωνόταν. «Είμαστε εξίσου ισχυροί με κάθε στρατό που μπορούν να στείλουν εναντίον μας αυτοί οι υδρόβιοι, ακόμα κι αν διαθέτουν ιπτάμενες σαύρες». Ρουθούνισε ηχηρά για να δείξει τη γνώμη της για όλα αυτά! Καμιά τους δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πλάσμα, ούτε κι οι ανιχνευτές, αλλά σχεδόν κάθε κρατούμενος είχε να πει κι από μια παρόμοια γελοία ιστορία. «Αφού βρούμε και τις υπόλοιπες σέπτες, θα κάνουμε δική μας αυτή τη γη. Ολόκληρη! Οι Άες Σεντάι θα μας το ξεπληρώσουν στο δεκαπλάσιο. Θα ξετρυπώσουμε και τον Κάνταρ, ο οποίος θα πεθάνει ουρλιάζοντας για οίκτο».