Выбрать главу

Τα λόγια της θα έπρεπε να τους δώσουν κουράγιο και να αναθαρρήσουν τις καρδιές τους, όπως όφειλε να είχε κάνει η ίδια πριν. Ωστόσο, στα πρόσωπα των γυναικών δεν φάνηκε η παραμικρή αλλαγή. Η παραμικρή.

«Υπάρχει και το θέμα του Καρ’α’κάρν», είπε η Τίον ήρεμα. «Εκτός κι αν τα παράτησες και δεν σκοπεύεις πια να τον παντρευτείς».

«Δεν παράτησα τίποτα», αποκρίθηκε οργισμένα η Σεβάνα. Κάποια μέρα, τόσο ο ίδιος ο άντρας όσο κι η δύναμη που κατείχε —πράγμα πολύ πιο σημαντικό— θα της ανήκαν. Με κάποιον τρόπο. Με οποιοδήποτε κόστος. Μαλακώνοντας τη φωνή της, συνέχισε. «Ο Ραντ αλ’Θόρ δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο αυτήν τη στιγμή». Γι’ αυτά τα τυφλά κουτορνίθια, τουλάχιστον. Με εκείνον στα χέρια της, τίποτα πια δεν θα ήταν αδύνατο. «Δεν έχω σκοπό να κάτσω όλη μέρα εδώ συζητώντας για το νυφικό μου στεφάνι. Έχω να ασχοληθώ με πολύ πιο σημαντικά ζητήματα».

Καθώς απομακρυνόταν στο σκοτάδι προς τις πόρτες του στάβλου, μια δυσάρεστη σκέψη ξεπήδησε ξαφνικά στο μυαλό της. Ήταν μόνη της με αυτές τις γυναίκες. Πόσο, άραγε, μπορούσε να τις εμπιστευθεί τώρα; Ο θάνατος της Ντεσαίν παρέμενε διαυγής στο μυαλό της. Η Σοφή είχε... σφαγιαστεί... με τη χρήση της Μίας Δύναμης. Από τις γυναίκες πίσω της, μεταξύ άλλων. Η σκέψη και μόνο της έδεσε το στομάχι κόμπο. Έστησε αυτί, μήπως κι έπιανε το αχνό θρόισμα του άχυρου που θα υποδήλωνε πως κάποιος την ακολουθούσε, αλλά δεν άκουσε τίποτα. Τι έκαναν, απλώς στέκονταν ακίνητες και την παρακολουθούσαν; Αρνήθηκε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Δεν απαιτούσε και πολλή προσπάθεια να κρατήσει αυτό το αργό, σταθερό βήμα — δεν επρόκειτο σε καμιά περίπτωση να δείξει φόβο και ντροπή. Ωστόσο, όταν άνοιξε μια από τις ψηλές και καλολαδωμένες πόρτες και βγήκε στο λαμπερό φως του μεσημεριού, δεν δίστασε να ανασάνει ανακουφισμένη.

Η Έφαλιν έκοβε βόλτες έξω, με το σούφα τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό της, το τόξο περασμένο στην πλάτη της, τα ακόντια και την ασπίδα στα χέρια. Η γκριζομάλλα γυναίκα στράφηκε απότομα κι η ανησυχία στο πρόσωπό της υποχώρησε κάπως μόλις πρόσεξε τη Σεβάνα. Είχε απέναντι της την ηγέτιδα όλων των Κορών Σάιντο κι άφηνε την απελπισία της να γίνει φανερή! Δεν ήταν Τζουμάι, αλλά είχε ακολουθήσει τη Σεβάνα με τη δικαιολογία πως η δεύτερη μιλούσε ως αρχηγός μέχρι να εκλεγεί καινούργιος ηγέτης των Σάιντο. Η Σεβάνα ήταν σίγουρη πως η Έφαλιν υποψιαζόταν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ. Γνώριζε πού βρισκόταν η εξουσία. Και πότε έπρεπε να κρατά το στόμα της κλειστό.

«Θάψ’ τον βαθιά και κρύψε τον τάφο», της είπε η Σεβάνα.

Η Έφαλιν ένευσε καταφατικά, κάνοντας νόημα στις Κόρες που κύκλωναν τον στάβλο να αναλάβουν δράση, κι εκείνες εξαφανίστηκαν στο εσωτερικό πίσω της. Η Σεβάνα κοίταξε εξεταστικά το κτήριο με τη μυτερή κόκκινη οροφή και τους μπλε τοίχους κι έπειτα γύρισε στον χώρο που βρισκόταν μπροστά του. Ένας χαμηλός πέτρινος φράχτης με ένα και μοναδικό άνοιγμα, ακριβώς λίγο πριν από τον στάβλο, περιέκλειε μια περιοχή από σκληρό, πατημένο χώμα, διαμέτρου εκατό βημάτων περίπου. Οι υδρόβιοι τη χρησιμοποιούσαν για να εκπαιδεύουν άλογα. Δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει τους προηγούμενους ιδιοκτήτες γιατί η περιοχή ήταν τόσο μακριά από οπουδήποτε, περικυκλωμένη από δέντρα τόσο ψηλά, που μερικές φορές η Σεβάνα τα κοιτούσε σαν χαζή. Αυτή η απομόνωση, όμως, εξυπηρετούσε τους σκοπούς της. Οι Κόρες με την Έφαλιν ήταν εκείνες που είχαν αιχμαλωτίσει τον Σωντσάν. Κανείς άλλος εδώ δεν γνώριζε για την ύπαρξή του. Ούτε θα τη μάθαινε ποτέ. Άραγε, οι υπόλοιπες Σοφές μιλούσαν εκεί μέσα; Για την ίδια; Μπροστά στις Κόρες; Τι έλεγαν; Δεν μπορούσε να τις περιμένει πια, ούτε αυτές ούτε κανέναν άλλον!