Η Σόμεριν κι οι υπόλοιπες βγήκαν από τον στάβλο με το που η Σεβάνα κίνησε για το δάσος, πηγαίνοντας ξοπίσω της ανάμεσα στα δέντρα και φιλονικώντας αναμεταξύ τους για τους Σωντσάν, τον Κάνταρ και για το πού είχαν σταλεί οι υπόλοιπες Σάιντο. Για την ίδια δεν έλεγαν τίποτα· λογικό, μια και βρισκόταν σε απόσταση ακοής. Όσα άκουσε, όμως, την έκαναν να μορφάσει. Υπήρχαν περισσότερες από τριακόσιες Σοφές με τις Τζουμάι, και πολλές φορές άρχιζαν να μιλούν τρεις ή τέσσερις μαζί. Πού ήταν οι υπόλοιπες σέπτες, και μήπως ο Κάνταρ ήταν βαλτός από τον Ραντ αλ’Θόρ, και πόσοι Σωντσάν υπήρχαν στην πραγματικότητα, και πράγματι ήταν καβάλα πάνω σε σαύρες; Σαύρες! Αυτές οι γυναίκες ήταν εξ αρχής μαζί της. Τις είχε οδηγήσει βήμα προς βήμα, αλλά αυτές πίστευαν πως είχαν συμμετάσχει στον σχεδιασμό κάθε κίνησης, πίστευαν ότι ήξεραν τον τελικό προορισμό. Αν τις έχανε τώρα...
Το δάσος έδωσε τη θέση του σε ένα τεράστιο ξέφωτο, που θα μπορούσε κάλλιστα να καταπιεί τον κύκλο του στάβλου καθότι ήταν πενήντα φορές μεγαλύτερο. Η Σεβάνα αισθάνθηκε την κακοδιαθεσία της να χάνεται καθώς σταμάτησε να το κοιτάξει. Στον Βορρά ξεφύτρωναν χαμηλοί λόφοι, ενώ οι βουνοκορφές, λίγες λεύγες πιο πέρα, ήταν καλυμμένες με σύννεφα —πελώριες λευκές μάζες με σκοτεινές, γκρίζες ραβδώσεις. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τόσο πολλά σύννεφα. Λίγο πιο κοντά, χιλιάδες Τζουμάι ασχολούνταν με τις καθημερινές εργασίες. Ο κουδουνιστός ήχος του σφυριού πάνω στο αμόνι ακουγόταν από τη μεριά των σιδηρουργών, ενώ πρόβατα και κατσίκες σφάζονταν για το δείπνο και το βέλασμά τους ανακατευόταν με το γέλιο των παιδιών που έτρεχαν κι έπαιζαν. Έχοντας περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους απ’ ό,τι οι άλλες σέπτες για να προετοιμαστούν για την απόδραση τους από το Μαχαίρι του Σφαγέα, οι Τζουμάι είχαν φέρει μαζί τους τα κοπάδια που είχαν συγκεντρώσει στην Καιρχίν, προσθέτοντας κι άλλα εδώ.
Κάμποσοι είχαν στήσει ήδη τις σκηνές τους, αν και δεν ήταν ανάγκη. Χρωματιστές κατασκευές γέμιζαν το ξέφωτο δίνοντας την εντύπωση ενός μεγάλου χωριού υδροβίων, με μεγάλες αποθήκες και στάβλους, μια τεράστια κάμινο και με τις χαμηλές κατοικίες που στέγαζαν τους υπηρέτες, βαμμένες στα πορφυρά και στα γαλάζια, που κύκλωναν την κυρίως κατοικία. Το αρχοντικό, όπως αποκαλούνταν, ήταν τρία πατώματα ψηλό, με σκουροπράσινη κεραμιδένια σκεπή, ενώ όλο το υπόλοιπο είχε ανοικτό πράσινο χρώμα γαρνιρισμένο με κίτρινο πάνω από έναν πλατύ τεχνητό πέτρινο λόφο ύψους πέντε απλωσιών. Οι Τζουμάι κι οι γκαϊ’σάιν ανέβαιναν τη μακρόστενη ράμπα που οδηγούσε στην είσοδο του μεγάλου κτηρίου, και περπατούσαν στα περίκομψα σκαλιστά μπαλκόνια που το κύκλωναν.
Τα πέτρινα τείχη και τα παλάτια που είχε δει στην Καιρχίν δεν την είχαν εντυπωσιάσει ούτε κατά το ήμισυ. Αυτό εδώ ήταν βαμμένο σαν κάρο των Χαμένων, ωστόσο εξαίσιο. Θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι, με τόσο πολλά δέντρα τριγύρω, αυτοί οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να φτιάξουν οτιδήποτε από ξύλο. Άραγε, μόνο εκείνη είχε προσέξει πόσο πλούσια ήταν η περιοχή; Οι λευκοντυμένοι γκαϊ’σάιν που ασχολούνταν με τις διάφορες αγγαρείες ήταν περισσότεροι απ’ όσους διέθετε ποτέ οποιαδήποτε από τις είκοσι σέπτες, σχεδόν οι μισοί σε αριθμό από τους ίδιους τους Τζουμάι! Κανείς δεν παραπονιόταν πια που οι υδρόβιοι γίνονταν γκαϊ’σάιν. Ήταν τόσο πειθήνιοι! Ένας γουρλομάτης νεαρός με άσπρη προχειροραμμένη φορεσιά τους προσπέρασε κρατώντας σφιχτά ένα καλάθι, κοιτώντας σαν χάνος τον κόσμο γύρω του και μπερδεύοντας τα πόδια του στον ποδόγυρο του χιτωνίου του. Η Σεβάνα χαμογέλασε. Ο πατέρας αυτού του παιδιού αυτοαποκαλούνταν άρχοντας του τόπου και κόμπαζε πως η ίδια κι οι δικοί της θα έπρεπε να κυνηγηθούν —από παιδιά μάλιστα!— γι’ αυτό το έγκλημα, αλλά τώρα φορούσε κι αυτός άσπρα και δούλευε εξίσου σκληρά με τον γιο του, όπως επίσης κι η γυναίκα του, οι θυγατέρες του κι οι άλλοι του γιοι. Οι γυναίκες είχαν στην κατοχή τους φίνα πετράδια κι ωραία μεταξωτά, κι η Σεβάνα διάλεξε τα καλύτερα κομμάτια. Μια πλούσια γη, τόσο τρυφηλή που ανέβλυζε πρώτης ποιότητας λάδι.
Οι γυναίκες πίσω της σταμάτησαν απότομα να μιλούν αναμεταξύ τους μόλις έφθασαν στην άκρη του δασυλλίου. Έπιασε τα τελευταία τους λόγια κι η διάθεσή της άλλαξε πάλι.
«...πόσες Άες Σεντάι πολεμούν για αυτούς τους Σωντσάν», έλεγε η Τίον. «Πρέπει να το μάθουμε αυτό». Η Σόμεριν με τη Μοντάρα συμφώνησαν μουρμουρίζοντας.
«Δεν νομίζω πως έχει σημασία», επενέβη η Ριάλ. Η αντιδραστικότητά της, τουλάχιστον, απευθυνόταν και στις υπόλοιπες. «Πιστεύω πως δεν θα δώσουν μάχη, παρεκτός αν τους επιτεθούμε. Θυμηθείτε πως δεν έκαναν τίποτα, ούτε καν τον εαυτό τους δεν υπερασπίστηκαν, μέχρι που κινηθήκαμε εναντίον τους».