Выбрать главу

Η Σεβάνα γύρισε και κατευθύνθηκε προς τα δέντρα, όχι όμως προς τον στάβλο. Τώρα που ήταν μόνη, θα μπορούσε να ασχοληθεί με κάτι πολύ πιο σημαντικό από τους Ανάδελφους. Ήλεγξε αυτό που είχε παραχώσει στη φούστα της, στο πίσω μέρος της πλάτης της, όπου το έκρυβε η εσάρπα. Θα το αισθανόταν με την παραμικρή κίνηση, αλλά ήθελε να αγγίξει με τα δάχτυλά της τη λεία επιφάνεια. Καμιά Σοφή δεν θα τολμούσε να την υποτιμήσει από τη στιγμή που θα έκανε χρήση αυτού του αντικειμένου, ίσως την ίδια μέρα. Και κάποια μέρα, με τη βοήθεια του, ο Ραντ αλ’Θόρ θα γινόταν δικός της. Σε τελική ανάλυση, αν ο Κάνταρ είχε πει μία φορά ψέματα, ίσως να ξαναέλεγε.

Μέσα από μια θολούρα δακρύων, η Γκαλίνα Κάσμπαν αγριοκοίταξε τη Σοφή που την είχε θωρακίσει. Λες κι υπήρχε ανάγκη για θωράκιση της λυγερόκορμης γυναίκας. Δεν μπορούσε καλά-καλά να αγκαλιάσει την Πηγή. Καθισμένη σταυροπόδι στο έδαφος, ανάμεσα σε δύο Κόρες που κάθονταν οκλαδόν, η Μπελίντε τακτοποίησε την εσάρπα της με ένα αμυδρό χαμόγελο, σαν να αντιλαμβανόταν τις σκέψεις της Γκαλίνα. Το πρόσωπό της ήταν στενό κι αλεπουδίσιο, ενώ τα μαλλιά και τα φρύδια της είχαν σχεδόν ξασπρίσει από τον ήλιο. Η Γκαλίνα ευχήθηκε να της είχε σπάσει το κεφάλι αντί να τη χαστουκίσει απλώς.

Δεν ήταν κάποια προσπάθεια να δραπετεύσει, απλώς δεν μπορούσε να αντέξει τόση απογοήτευση. Οι μέρες της άρχιζαν και τελείωναν μέσα στην εξάντληση, κάθε μέρα και περισσότερη από την προηγούμενη. Δεν θυμόταν καν πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που την είχαν ντύσει με αυτό το χοντροκομμένο μαύρο χιτώνιο. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη σαν ατελείωτος χείμαρρος. Μία εβδομάδα; Ένας μήνας; Όχι, μάλλον δεν ήταν τόσο πολύ. Σίγουρα όχι περισσότερο. Ευχήθηκε να μην είχε αγγίξει ποτέ την Μπελίντε. Αν η γυναίκα δεν της είχε κλείσει το στόμα με τα κουρέλια για να μην ακούγονται τα αναφιλητά της, θα ικέτευε να την αφήσουν να κουβαλήσει ξανά πέτρες ή να μετακινήσει έναν ολόκληρο σωρό βότσαλα ένα-ένα ή να της κάνουν οποιοδήποτε άλλο βασανιστήριο, με το οποίο γέμιζαν τις ώρες της. Οτιδήποτε άλλο ήταν καλύτερο από αυτό.

Μόνο το κεφάλι της Γκαλίνα εξείχε από τον δερμάτινο σάκο που αιωρούνταν κρεμασμένος από το ανθεκτικό κλαρί μιας βελανιδιάς. Ακριβώς κάτω από τον σάκο, τα κάρβουνα έκαιγαν αργά πάνω σε ένα μπρούντζινο μαγκάλι, θερμαίνοντας τον αέρα στο εσωτερικό του σάκου. Η γυναίκα είχε κουλουριαστεί με αυτήν την αφόρητη ζέστη, με τους αντίχειρες να ακουμπούν στις άκρες των ποδιών της και με τον ιδρώτα να γλιστρά πάνω στο γυμνό της κορμί. Τα μαλλιά της ήταν μουσκεμένα και κολλούσαν στο πρόσωπό της, έπαιρνε βαθιές ανάσες με τα ρουθούνια διάπλατα ανοικτά, αναζητώντας λίγο αέρα, κι όλα αυτά όταν δεν ξεσπούσε σε λυγμούς. Ακόμα κι έτσι όμως, αυτό θα μπορούσε να είναι καλύτερο από την ατελείωτη, παράλογη κι εξοντωτική καταναγκαστική εργασία στην οποία την υπέβαλλαν, εκτός από ένα πράγμα. Πριν κλείσουν εφαρμοστά τον λαιμό του σάκου κάτω από το πηγούνι της, η Μπελίντε είχε αδειάσει ένα ολόκληρο σακουλάκι σκόνης πάνω στο κεφάλι της, η οποία όχι μόνο της προκαλούσε εφίδρωση, αλλά είχε αρχίσει να την καίει σαν πιπέρι στα μάτια. Έμοιαζε να την έχει καλύψει από τους ώμους και κάτω και, μα το Φως, πόσο έκαιγε!

Η επίκληση προς το Φως μετρίασε την απόγνωση της, αλλά παρά τις προσπάθειες τους δεν είχαν κατορθώσει να τη λυγίσουν. Θα ελευθερωνόταν —δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό!— και τότε αυτές εδώ οι άγριες θα το πλήρωναν με αίμα! Με ποτάμια αίματος! Με ωκεανούς! Θα τις έγδερνε ζωντανές! θα...! Τίναξε πίσω το κεφάλι της και κραύγασε. Τα στουμπωμένα κουρέλια στο στόμα της έπνιξαν τον ήχο, ωστόσο η γυναίκα ούρλιαξε χωρίς να καταλαβαίνει αν ήταν ουρλιαχτό οργής ή κραυγή για έλεος.

Όταν τα ουρλιαχτά της έσβησαν και το κεφάλι της έπεσε μπροστά, η Μπελίντε με τις Κόρες είχαν σηκωθεί και μαζί τους βρισκόταν η Σεβάνα. Η Γκαλίνα πάσχισε να πνίξει τους λυγμούς της μπροστά στην ξανθομάλλα γυναίκα, αλλά ήταν σαν να προσπαθεί να πιάσει τον ήλιο με τα δάχτυλά της.

«Άκου την πώς μυξοκλαίει και κλαψουρίζει», είπε ειρωνικά η Σεβάνα, πλησιάζοντας και κοιτώντας την. Η Γκαλίνα πάσχισε να κάνει το βλέμμα της να φανεί εξίσου περιφρονητικό. Η Σεβάνα είχε στολιστεί όσο δέκα γυναίκες! Η μπλούζα της ήταν άλυτη, έτσι που το στήθος της ήταν σχεδόν γυμνό —εκτός απ’ όλα εκείνα τα παράταιρα περιδέραια— κι έπαιρνε βαθιές ανάσες όποτε την κοιτούσαν οι άντρες! Η Γκαλίνα κατέβαλλε προσπάθεια, αλλά η περιφρόνηση καλύφθηκε από τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της ανακατεμένα με ιδρώτα. Το κλάμα τής προκαλούσε τρέμουλο κι ο σάκος κουνιόταν ολόκληρος.

«Τούτη εδώ η ντα’τσάνγκ είναι σκληρή σαν γριά προβατίνα», κακάρισε η Μπελίντε, «αλλά η πείρα μού έχει διδάξει πως κι οι πιο σκληροτράχηλες και γέρικες προβατίνες μαλακώνουν, αν ψηθούν αργά-αργά και με τα κατάλληλα βοτάνια. Την εποχή που ήμουν Κόρη, έψηνα αρκετά τα Πέτρινα Σκυλιά και μαλάκωναν». Η Γκαλίνα έκλεισε τα μάτια της. Ναι, θα πλήρωναν με ωκεανούς αίματος...!